DAYS OF DARKNESS

Μουζικα

Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

το παιδάκι που παίζει σαξόφωνο επιμένει ακόμα, εδώ και ενάμιση μήνα, να διαγράφεται πάνω στο φεγγάρι.



περίεργο..



δεν κουράστηκε να παίζει;



(βλαμμένο..)

Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010


το τέλος του καλοκαιριού είναι αυτό το συναίσθημα που σου δημιουργείται όταν έχεις αγοράσει χύμα παγωτό χωνάκι και εκεί που περπατάς και το απολαμβάνεις αργά, κάτι γίνεται, κάποιος πέφτει επάνω σου ή σκοντάφτεις, με αποτέλεσμα οι μπάλες του παγωτού να βρεθούν στο έδαφος και εσύ με το σκέτο χωνάκι στο χέρι. αυτή η αισθηση του "δεν πρόλαβα γαμώτο!!". βέβαια, παγωτό μπορείς να ξαναπάρεις (αν έχεις φράγκα). άλλο καλοκαίρι όμως δεν μπορείς (ακόμα και αν έχεις φράγκα). ήδη την έχει κάνει για άλλα μέρη πιο ζεστά. έχουν περάσει μερικά χρόνια από τότε που κάποιο καλοκαίρι άφησε τα σημάδια του πάνω μου. έκτοτε μόνο προσδοκίες, όνειρα και θολές υποσχέσεις τις ζεστές νύχτες. και ένας κλόουν που θέλει να μάθει περίτεχνα ακροβατικά και προσπαθεί, ταλαιπωρώντας ένα χαλασμένο ακορντεόν και φορώντας αστείες γκριμάτσες, να κρατήσει το κοινό που φεύγει στη θέση του. ο ήλιος πια δεν ενοχλεί τις γρύλιες τα απογεύματα και ο ανεμιστήρας κρυφοκοιτάει με προσμονή το κουτί του. δεν ξέρω πια αν κάποια πράγματα μπορούν να αλλάξουν ή αν θέλουν να αλλάξουν. ξέρω όμως σίγουρα πως τα κυριακάτικα χειμωνιάτικα σουρουπώματα (ωραία λέξη) τα όνειρα θα εξακολουθούν να πετάνε πάνω από το κεφάλι, να γαντζώνονται στους τοίχους, να εκτελούν μακροβούτια στα ποτήρια τα γεμάτα με κόκκινο κρασί, να κάνουν άλματα μέσα από τα δαχτυλίδια καπνού, να κρύβονται μέσα στα μαλλιά και να τρυπώνουν μέσα στα ρούχα αφήνοντας ίχνη πάνω στο δέρμα. σημάδι ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει. ή ίσως και ότι τίποτα δεν είναι όπως ήταν.

Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010


οι καλοκαιρινές αϋπνίες μοιάζουν με μια ταραντέλλα. ξεσπούν ξαφνικά και απροειδοποίητα. ιδρώνουν και ωθούν χέρια και πόδια σε νευρικές, απότομες κινήσεις. μιλάνε γρήγορα και ακατάπαυστα μια γλώσσα ακατανόητη, ίσα που προλαβαίνεις να αρπάξεις μια λέξη στον αέρα να τη σφηνώσεις σε μια χαραμάδα του κρανίου μήπως και την καταφέρεις να σου πει ένα παραμύθι, μια ιστορία από αυτές που (δεν) σου λέγανε όταν ήσουν μικρό παιδί να σε νανουρίσει γλυκά. σε τραβάνε από το μανίκι να χορέψεις στο ρυθμό τους, να εκστασιαστείς στην παραζάλη τους. και στο τέλος σε αφήνουν πάνω στην πίστα, μισό, ανολοκλήρωτο να ζητάς κι άλλο.

Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

ELEGY FOR THE UNKNOWN GIRL


πειράζει;

τη μυρωδιά αποζητώ αυτή που στέλνει ακαριαία ένα τσίμπημα στο αριστερό μέρος του στήθους και βουρκώνουν οι πόροι του δέρματος. ένα άγγιγμα να εκτοξευτεί το μυαλό σε εκβολές ποταμών που ευωδιάζουν αγριοκέρασα καθώς το νερό συναντά με ορμή το ανοιχτό πέλαγος των αισθήσεων. το χάδι που επαναλαμβάνεται από επιθυμία και όχι από κανονικές διεργασίες διεκπεραίωσης απλών σχέσεων. να ουρλιάζουν τα χέρια και να τοξεύουν τα μάτια.

πειράζει;

κίτρινη η ανάσα που δεν συμπίπτει και βρώμικη. καθολική η ανυπαρξία του μοναχικού τσιγάρου βεβιασμένα στριμωγμένου ανάμεσα σε νότες που ηχούν για ένα μόνο ζευγάρι αυτιών.

πειράζει;

η γεύση της μπύρας μου να σμίξει με τη δική σου σε ένα χαρμάνι πλούσιο σε γευστικούς υδρατμούς. να τρελλαίνεται το μυαλό και το διάφραγμα να εκτελεί ελεύθερη πτώση σε μια άβυσσο ανεξέλεγκτη. να γαληνεύει η ολότητα κουλουριασμένη στη φωλιά αυτή που λες και δημιουργήθηκε από χέρι κάποιου θεού από αυτούς που υπάρχουν για να πιστεύουμε εμείς οι κυνικοί. και σε μια καμάρα να βυθίζονται νωχελικά οι αισθήσεις γιατί η άκρη του κόσμου δεν βρίσκεται εκεί που μας μάθανε.

πειράζει;

που επιμένω να ονειρεύομαι άσπρες φάλαινες και τσιγγάνικα καραβάνια, απύθμενους βυθούς και απέθαντα σουπερνόβα, κοράλια να φυτρώνουν στα μπαλκόνια και πεταλούδες να ακτινοβολούν στα μάτια;

πειράζει που σε θέλω; και ας μη σε γνώρισα. και ας μη με κράτησες αγκαλιά. και ας μη μπλεχτήκαν τα μαλλιά μας στο καλοκαιρινό αεράκι. και ας μη σε συνάντησα καν.

Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010


ένα καράβι.

ναι αυτό. είμαι ένα καράβι. ιστιοφόρο.

πάνω σε εμένα βρίσκουν καταφύγιο αυτοί που δεν υπάρχουν. αυτοί που ψάχνουνε συνεχώς για άσπρες φάλαινες και πειρατές φαντάσματα. αυτοί που τα βράδια μιλάνε με τα αστέρια και τα κερνάνε ρούμι αιώνων αλιευμένο από κουφάρια ναυαγίων. αυτοί που το χάραμα τους βρίσκει στο κατάστρωμα αποκαμωμένους από τα νυχτερινά τους ταξίδια, φοβισμένους στη θέα των χρωμάτων της ανατολής. αυτοί που κάθε πρωί αντικρύζουν τα δίχτυα τους άδεια όπως τα ρίξανε, χωρίς ούτε καν μια τρύπα, ένα σκίσιμο. αυτοί που επιμένουν στις επιθυμίες τους. στα κατάρτια μου ξαποστένουν πουλιά θαλασσινά που αρνήθηκαν τη μετανάστευση και απόμειναν μόνα να ατενίζουν τον ορίζοντα νοσταλγικά. στο αμπάρι μου κοιμούνται σκλάβοι που δεν επαναστάτησαν και κάθε μέρα φροντίζουν και περιποιούνται τα κουπιά. το μαστίγιο κρέμεται φρεσκοπλυμένο περιμένοντας.

είμαι ένα καράβι. ιστιοφόρο. αρνούμαι πεισματικά να σηκώσω την σκουριασμένη μου άγκυρα από το λασπωμένο βυθό του λιμανιού. όχι ακόμα. όχι πριν μαζέψω το κατάλληλο πλήρωμα. όχι πριν φυσήξει ο κατάλληλος άνεμος. θα περιμένω. μπορώ να περιμένω.