DAYS OF DARKNESS

Μουζικα

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

ΚΡΥΦΤΟ

είδα δυο εικόνες. δυο κορίτσια. μάλλον ήταν το ίδιο, με διαφορετικά ρούχα. ένα πολύ περίεργο κορίτσι. τη μια περπατούσε χορεύοντας πάνω στα υπολείματα κάποιου μετεωρίτη, απομεινάρι και αυτός από κάποιον μακρινό πλανήτη, αποφεύγοντας επιδέξια να κατακρυμνιστεί στο άπειρο, λικνίζοντας αιθέρια το αέρινο σώμα της ανάμεσα στα μικροσκοπικά αστέρια που την είχαν περικυκλώσει αναζητώντας να οσφρανθούν έστω και μια μικρή υποψία από την μυστηριώδη ύπαρξή της. τα σγουρά μαλλιά της πιασμένα ψηλά στο κεφάλι της ανέμιζαν άνεμοι από τα κβάζαρ, κάνοντάς τα να δημιουργούν αλλόκοτα σχήματα γραπώνοντας στο διάβα τους πολύχρωμη αστερόσκονη, την οποία σκορπούσαν σαν κομφετί πάνω στους ανυποψίαστους αστεροειδείς που τύχαινε να περάσουν εκείνη την ώρα από κοντά της. καθώς περνούσα δίπλα της, προσπαθώντας να καβαλήσω τη ράχη ενός φλεγόμενου αστεριού που έπεφτε, την είδα. με κοίταξε. και μου χαμογέλασε. πρέπει να μου μίλησε κιόλας, αλλά εγώ, απασχολημένος με το αστέρι μου, απέφυγα να της μιλήσω. την κοίταξα μόνο καθώς απομακρυνόμουν, να στροβιλίζεται χαμογελώντας. αργότερα, καθώς το σκεφτόμουν, νομίζω ότι διέκρινα μια μελαγχολική απορία στο βλέμμα της.

μια άλλη φορά στεκόταν μπροστά σε έναν μικροσκοπικό καθρέφτη. τα μαλλιά της, λυτά, ίσα που αγγίζανε τους ώμους της. τα μάτια της είχαν σταθεροποιηθεί σε ένα σημείο του καθρέφτη και κοιτούσαν έντονα. το σώμα της, παρόλο που έμοιαζε κουρασμένο, είχε αυτήν την έντονη τάση αναμονής του καλύτερου. καταφέρνωντας με το ζόρι να ισορροπήσω πάνω σε ένα τριόροφο σκουριασμένο ποδήλατο με μια ρόδα, πέρασα από πίσω της. σταμάτησα να την παρατηρήσω. περίεργος καθώς είμαι, κοίταξα μέσα στον καθρέφτη για να δω. αλλά τρόμαξα. παρα τρίχα γλίτωσα το γκρεμοτσάκισμα. αυτή, με κοίταξε μέσα από τον καθρέφτη. μια προσπάθεια ανάπτυξης ενός κουρασμένου χαμόγελου δεν ολοκληρώθηκε. τα χείλια της κουνήθηκαν από ανάγκη να ειπωθούν τα λόγια. εγώ όμως αυτά δεν τα είδα. είχα ήδη φύγει μακριά. μέσα στις σκιές. εκεί που δεν φαινόμουνα.

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2009

... ........ .. .....

.... .. ... .. ..... ........

... ..... ....

... ... ........ .. ......

.. ...... ... ......... ........

.. ..... .. ... .. ... .. ....

... ... ..... .. ........... ... ......

... . ...... .... .. ......

... ..... ......

... .... ... ... ... .....

...... .. ..... ... ... ........

... ..;

... ....


.....;;;;

Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2009

ΤΑΞΙΔΙ

ξάπλωσα. ξαφνικά το πάτωμα άρχισε να με ρουφάει. βυθιζόμουνα. βρέθηκα στο σαλόνι του τρίτου ορόφου και από εκεί στο μπάνιο του δεύτερου, στον φωταγωγό (μα ποιος αρχιτέκτονας σχεδίασε αυτήν την οικοδομή;), στον γκισέ του θυρωρού, και από εκεί η καθοδική μου πορεία συνεχίστηκε στο υπόγειο. το παράξενο είναι ότι κανείς από τους ενοίκους δεν μου έδωσε σημασία. η κάθοδος συνεχιζόταν. βρέθηκα στο χώμα. το σώμα μου πιο ελαφρύ και από ένα ακάρεο, συνέχισε να βυθίζεται όλο και πιο βαθειά. το υπέδαφος κρύο και υγρό. χώμα, πέτρες, λάσπη. μύριζε κλεισούρα. και όλο και κατέβαινα. το παράξενο είναι πως δεν μου έκανε καμιά εντύπωση. η θερμοκρασία έπεφτε με αυξανόμενη ταχύτητα. κρύωνα. μαζεύτηκα, στη στάση του εμβρύου, μήπως και μπορέσω να ζεσταθώ. δεν μου άρεσε εδώ. δεν είχε πλάκα. και όλο και κατέβαινα. πέρασα από διαφόρων ειδών υποστρώματα, σκουντούφλησα πάνω σε ένα ζευγάρι τυφλοπόντικες την ώρα που εεχμ.. καταλαβαίνετε.. (το παράξενο είναι ότι ούτε αυτοί ενοχλήθηκαν), κανα δυο σκουλήκια με κοίταξαν υποτιμητικά και συνέχισαν το δρόμο τους, ίσως πέρασα ξυστά από μια πλούσια φλέβα πετρελαίου. και όλο και κατέβαινα. σταδιακά, η θερμοκρασία άρχισε να ανεβαίνει. εκεί που είχα πραγματικά εκνευριστεί, διαπίστωσα ότι η θαλπωρή που ένιωθα μου άρεσε. την ένιωθα οικεία. το υλικό στο οποίο βυθιζόμουνα είχε πια γίνει μια πηχτή μάζα από κάτι απροσδιόριστο, το οποίο καθώς με τύλιγε μου προσέφερε μια ευχάριστη αίσθηση αναζωογόνησης. τέντωσα τα άκρα μου και αφέθηκα. και όλο και κατέβαινα. ώσπου σε κάποια στιγμή, η ταχύτητά μου ελλατώθηκε αισθητά. βυθιζόμουνα όλο και με μεγαλύτερη δυσκολία. τώρα πια ένιωθα σαν να κολυμπάω. κολυμπούσα. μέσα σε μια πορτοκαλί μάζα με με κίτρινες μπουρμπουλήθρες που με χάιδευαν γαργαλιστικά. όμορφος κόσμος. μαγευτικός. γαλήνιος. και όλο και κολυμπούσα. κάποια στιγμή, μια μακρομαλλούσα μπουρμπουλήθρα περνώντας ξυστά από το αριστερό μου αυτί, μου ψιθύρισε: είναι ώρα να αρχίσεις να ανεβαίνεις. αποχαιρέτισα τις υπόλοιπες μπουρμπουλήθρες, που με κοίταξαν για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου λυπημένες πριν συνεχίσουν τον τρελό χορό τους, και αφέθηκα. κατά τη διάρκεια, όμως, της ανόδου μια δυσφορία μου δημιουργήθηκε. δεν ήθελα να φύγω από εκεί. δεν μπορούσα όμως να κάνω και αλλιώς. και όλο και ανέβαινα. η ταχύτητά μου αυξήθηκε αισθητά. άρχισα να νιώθω άβολα. η θερμοκρασία έπεφτε. μαζεύτηκα. δεν ήθελα. κούρνιασα στον εαυτό μου για να αντιμετωπίσω την κατάσταση. πάλι λάσπη. πέτρες. χώμα. ήθελα να φωνάξω όμως η φωνή μου δεν έβγαινε. προσπάθησα, μάταια, να αντισταθώ. ένιωσα να φτάνω στην επιφάνεια. κλεισούρα. ανασφάλεια. βοήθεια. ένιωσα το εξωτερικό φως να με καίει. φύγετε από εδώ όλοι. δεν θέλω. φως. χώμα. φως. χώμα. φως. έκλεισα τα μάτια. έμεινα ξαπλωμένος. στη στάση του εμβρύου. όχι για πολύ όμως. ξαφνικά, δεν άγγιζα πια το έδαφος. ανυψώθηκα. αιωρούμουνα στον αέρα. και όλο και ανέβαινα πιο ψηλά. δίστασα. τελικά, άνοιξα τα μάτια μου. πετούσα. χόρευα ανάμεσα στα σύννεφα. βουτούσα παιχνιδιάρικα μέσα τους. η ίδια, όπως με τις μπουρμπουλήθρες, γαλήνη με κυρίευσε. χοροπηδούσα πάνω τους. έγινα αυτόπτης μάρτυρας των μεταμορφώσεών τους. και ο χορός συνεχίστηκε. ώσπου, αποκοιμήθηκα στην πολύχρωμη αγκαλιά ενός από αυτά. και αυτό με πήρε και με απόθεσε απαλά εκεί όπου είχα ξαπλώσει αρχικά. με φίλησε στο μάγουλο και απομακρύνθηκε στροβιλίζοντας τον αέρα γύρω του. απόμεινα να κοιμάμαι. ίσως για χρόνια. ίσως για μια στιγμή.

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

σε θέλω







χωρίς εμένα