DAYS OF DARKNESS

Μουζικα

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

ΡΩ

μαζεύω τις επιθυμίες και τους πόθους μου και τα χωράω όλα σε ένα μαύρο κορδονάκι με μια χάντρα πάνω του. κουβαλάω μαζί μου μυρωδιά τριών ημερών την οποία το νερό - ευτυχώς - δεν κατάφερε να καλύψει. φωτεινές τελείες στα παράθυρα, χρωματιστοί άνθρωποι, κοιμούνται, ξυπνάνε, διαβάζουν για τις ζωές των άλλων. η ζωή μας. εδώ. τίποτα δεν έχει σημασία πια, μόνο το μακριά. μακριά. και ο έρωτας. λέξη με ρω. ρω. το πιο γλυκό γράμμα του κόσμου. συνοδεύεται απαραιτήτως από - τουλάχιστον - χαμόγελο και προφέρεται δυνατά. με τα ηχεία στο τέρμα. όχι αυτά της έντασης. αλλά της ψυχής. αυτά τα εσωτερικά που εκπέμπουν το κουράγιο του κόσμου όλου.





και το δειλινό που θα επακολουθήσει εκείνο το πρωί, καθώς θα πίνουμε μαργαρίτες πασπαλισμένες με νότες από νούφαρα και λέξεις από χρωματιστά φουλάρια, θα κοιταχτούμε στα μάτια. και θα ξέρουμε τότε, πως αυτή η υγρή πόλη είναι δική μας.

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010




θα διασχίζεις ένα πρωινό τον κόσμο
και θα 'ναι πιο όμορφα και από ένα όνειρο..





και τι είναι το όνειρο;


αν όχι κάτι άλλο από μια βαθύτερη προσδοκία.
από μια μυρωδιά που μένει ανεξίτηλη.
από ένα γέλιο που χαράζεται στη μνήμη.
από ένα βλέμμα που κάνει τους εφιάλτες να φαντάζουν ανέκδοτα.
από μια απόσταση πεντακοσίων τεσσάρων (504) χιλιομέτρων που εκμηδενίζεται.


αν όχι κάτι άλλο από την προσπάθεια για την γεύση όλων αυτών..

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2009

JUST FUCKING BREATHE

βροχερή επιστροφή στο σπίτι με βροχερές σκέψεις. η διάθεση φέρει τη φράση "απαιτείται φόρτιση του συσσωρευτή". σύννεφα (και) λόγω μπαταρίας. ένα ποτήρι γάλα και κακομοιριασμένα στριφτά με απομεινάρια καπνού. το μυαλό είναι σαν τα αποτυχημένα κινέζικα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια. εκεί που νομίζεις ότι λειτουργεί σωστά, ξαφνικά παίρνει φωτιά και άντε να σώσεις τις κουρτίνες και και το χαλί από τις φλόγες. άσε που μένει και η κάπνα να σου θυμίζει τα λεφτά που ξόδεψες τζάμπα.

η μηχανή προβολής δουλεύει στο φουλ και η μπομπίνα με άπειρες σκέψεις αποτυπωμένες πάνω της να γυρίζει με ιλλιγγιώδη ταχύτητα. ο εστιασμός σε κάθε μία ξεχωριστά αδύνατος. πρέπει να προβληθεί όλη η ταινία. μην ακούς όμως τους κριτικούς. είναι κακοί και παραμυθιάζουν αυτούς που χάνονται στα όνειρά τους.




περίπου εβδομηνταεφτάμιση (77,5) φορές στο ριπίτ. και δυο μελαγχολικά μάτια. σε μια αναζήτηση της άλλης πλευρά του χρωματιστού τόξου.

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

STORYTELLING

μια φορά και έναν καιρό ζούσε ένα βασιλόπουλο. ένα περίεργο βασιλόπουλο. εκκεντρικό, σαν βασιλόπουλο, θα το χαρακτήριζε κάποιος. καθόταν ψηλά πάνω από τον κόσμο, στην άκρη ενός χιονισμένου γκρεμού, σε έναν πύργο από χρωματιστές μπουρμπουλήθρες. ο γκρεμός αυτός βρισκόταν στην άκρη του ωκεανού και έτσι το βασιλόπουλο όλη τη μέρα μπορούσε να αγναντεύει τη θάλασσα. του άρεσε να κάθεται με τις ώρες και να παρακολουθεί τις διακυμάνσεις της διάθεσής της. και να ονειροπολεί. έπλαθε συνεχώς ιστορίες με τη φαντασία του. και έκανε όνειρα. γιατί πίστευε πραγματικά, ότι τα όνειρα πηγάζουν μέσα από τη δημιουργικότητα και κρύβουν τις πιο κρυφές μας ανάγκες.

το βασιλόπουλο, είχε όλα τα υλικά αγαθά που επιθυμεί ένας άνθρωπος. έτρωγε τα πιο ωραία φαγητά, έπινε τα πιο καλά κρασιά, κάπνιζε τις πιο φίνες ποικιλίες καπνού, φορούσε τα πιο όμορφα ρούχα. τα είχε όλα αυτά, άλλα ήταν εντελώς μόνο.

τα πάντα γύρω του, οι αυλικοί, οι υπηρέτες, οι καμαριέρες, τα άλογα, τα σκυλιά, οι γάτες, ακόμα και τα λουλούδια και τα δέντρα ήταν είδωλα σε έναν καθρέφτη. και αυτό γιατί το βασιλόπουλο είχε έναν μαγικό καθρέφτη. αυτός ήταν μεγάλος, στρογγυλός και κατασκευασμένος από καθαρό ασήμι. κάθε νύχτα τον έστελνε στον κόσμο να περιπλανιέται πάνω από τις πόλεις και χωριά, από βουνά και θάλασσες. και οι άνθρωποι που τον βλέπανε να περνάει αναφωνούσανε: να, το φεγγάρι.

ο καθρέφτης αυτός ήταν, όπως είπαμε, μαγικός. και ως εκ τούτου, είχε μια μαγική ιδιότητα. μάζευε είδωλα. έτσι, κάθε φορά που γύριζε πίσω, έφερνε μπροστά στο βασιλόπουλο όλα τα είδωλα που είχε μαζέψει. το βασιλόπουλο διάλεγε αυτά που του άρεσαν και τα υπόλοιπα τα έριχνε στο ποτάμι του οποίου οι πηγές ξεκινούσαν δίπλα από τον πύργο του. τα είδωλα αυτά, ελευθερωμένα πια, κυλούσαν ήρεμα μέσω του ποταμού και στα υπόλοιπα νερά και έφταναν πίσω στους ιδιοκτήτες τους. από τότε είναι γνωστό ότι όταν κάποιος κοιτάξει πάνω από νερό, αντικρύζει το είδωλό του.

ο καθρέφτης είχε και μια άλλη μαγική ιδιότητα. όποιος αντίκρυζε μέσα σε αυτόν το είδωλό του γινόταν θνητός. έτσι το βασιλόπουλο δεν είχε κοιτάξει ποτέ μέσα στον καθρέφτη, γιατί - δεν ξέρω αν σας το είπα - ήταν αθάνατο.

παρόλα αυτά, ένα σύννεφο πλανιόταν συνεχώς μέσα στα μάτια του βασιλόπουλου. και αυτό γιατί κάτι του έλειπε. δεν ήξερε τι, αλλά ένιωθε ένα κενό κάπου ανάμεσα στους πνεύμονες και το διάφραγμα. και το παιχνίδι με τα είδωλά του δεν του το κάλυπτε.

μια μέρα, ο καθρέφτης του έφερε, μέσα στα υπόλοιπα, και ένα είδωλο που τον γέμισε με περίεργα και αλλόκοτα συναισθήματα. ήταν το είδωλο μιας νέας βασιλοπούλας. και μόλις την αντίκρυσε, τον έπιασε μια ακατανόητη ανάγκη να πάει να την βρει. μην ξέροντας όμως τι να κάνει και που να πάει, μιας και δεν ήξερε τίποτα για αυτήν, αποφάσισε να κοιταχτεί μέσα στον μαγικό του καθρέφτη. με αυτον τον τρόπο, σκέφτηκε, ο καθρέφτης θα μεταφέρει το είδωλό του στον κόσμο. και ίσως να περάσει και πάνω από τον τόπο της βασιλοπούλας. και μπορεί εκείνη την ώρα, αυτή να κοιτάξει ψηλά προς τον ουρανό, να δει το είδωλό του και να πάει να τον βρει ακολουθώντας τον καθρέφτη στο δρόμο της επιστροφής. αυτά σκέφτηκε το βασιλόπουλο και το αποφάσισε. έτσι όμως έγινε θνητό. και περίμενε.

η βασιλοπούλα, τώρα, ζούσε πολύ πολύ μακριά. σε μια χώρα που την λέγανε: η Χώρα του Χτές. ήταν πολύ αγαπητή σε όλους τους κατοίκους. την θαυμάζανε και για έναν ιδιαίτερο λόγο. ήταν τόσο όμορφη που ο αέρας γύρω της έλαμπε. και όλοι ήταν περήφανοι που είχαν μια τέτοια βασιλοπούλα. εκείνη όμως τη βασάνιζε μια σκέψη. ένιωθε και αυτή, όπως και το βασιλόπουλο, ότι κάτι έλειπε. και τα μάτια της, παρόλη την ομορφιά της, ήταν συνέχεια μελαγχολικά.

όπως είπαμε όλοι την θαύμαζαν. όλοι εκτός από τη μητριά της - που στις φλέβες της δεν κυλούσε κόκκινο αίμα αλλά πράσινο και ψυχρό - που τη ζήλευε αφόρητα και τη μισούσε θανάσιμα. δεν μπορούσε όμως να κάνει κάτι για αυτό, αφού η βασιλοπούλα ήταν τόσο αγαπητή. και έτσι περίμενε να της δοθεί μια ευκαιρία για να της κάνει κακό. άρχισε λοπιόν να παρατηρεί τις συνήθειές της και δεν άργησε να βρει την ευκαιρία. παρατήρησε ότι η βασιλοπούλα κοιτούσε συνεχώς τον ουρανό τα βράδια. έτσι έπεισε τον βασιλιά και της έδωσε να φάει μια σοκολάτα που μέσα της είχε ρίξει ένα μαγικό βοτάνι. μόλις έφαγε τη σοκολατα, της ψυθίρισε ένα ξόρκι που την έκανε να μη θέλει να κοιτάει πια τον ουρανό. και την έβαλε να υποσχεθεί ότι αν το κάνει θα ξεχάσει ποια είναι και θα γίνει φτωχή και άγνωστη. έτσι η βασιλοπούλα ξέχασε αυτή την αγαπημένη της συνήθεια και σιγά σιγά γινόταν δυστυχισμένη.

το βασιλόπουλο, εν τω μεταξύ, κουράστηκε να περιμένει. και μια νύχτα πήρε την απόφαση να πάει να αναζητήσει την όμορφη βασιλοπούλα. ελευθέρωσε όλα τα είδωλα που του είχε φέρει ο καθρέφτης και ξεκίνησε το μεγάλο του ταξίδι. πέρασε όλα τα χιονισμένα βουνά, επισκεφτηκε όλες τις πολιτείες και όλα τα χωριά. στο τέλος, έφτασε και στη Χώρα του Χτες. εκεί, αποκαμωμένο και με κουρελιασμένα ρούχα, σταμάτησε να ξαποστάσει.

εκείνη τη νύχτα, η βασιλοπούλα καθόταν στη βεράντα της. τότε μια πεταλούδα από κάποια μέρη μακρινά έφτασε πετώντας και στάθηκε στον ώμο της. η βασιλοπούλα δεν είχε δει άλλη φορά τέτοιο πλάσμα και χάρηκε. στάθηκε να την παρατηρήσει. όμως η πεταλούδα πέταξε πάλι ψηλά προς τον ουρανό. η βασιλοπούλα τότε ανέβασε τα μάτια της ψηλά. και εκεί στον ουρανό είδε τον μεγάλο ασημένιο μαγικό καθρέφτη. και μέσα σε αυτόν είδε το είδωλο του βασιλόπουλου. και τότε όλα ξανάρθανε στη μνήμη της και κατάλαβε ότι η μητριά της την είχε κοροϊδέψει. εκείνη τότε θύμωσε και της είπε ότι δεν κράτησε το λόγο της και τώρα πρέπει να γίνει φτωχή και άγνωστη και να φύγει από το παλάτι. με τα μακριά νύχια της, την άρπαξε από το στήθος και της έδεσε κόμπο την καρδιά. και τότε η βασιλοπούλα έγινε φτωχιά, έφυγε από τον πύργο και άρχισε να περιπλανιέται στη Χώρα του Χτες χωρίς κανείς να την αναγνωρίζει πια. το μόνο πράγμα που πήρε μαζί της ήταν η εικόνα του βασιλόπουλου μέσα απόν καθρέφτη.

το βασιλόπουλο περιπλανιώταν και αυτό στη Χώρα του Χτες. και μια γλυκιά νύχτα κάθισε σε ένα πεζούλι να ξεκουραστεί. ήταν το ίδιο πεζούλι που λίγα μέτρα πιο εκεί καθόταν και η βασιλοπούλα. όμως κανείς από τους δυο δεν θυμόταν τον άλλο. παρόλα αυτά πιάσαν την κουβέντα και λέγαν ο ένας στον άλλο τα βάσανά τους. σε κάποια στιγμή, η βασιλοπούλα έβγαλε από τον κόρφο της την, ξεθωριασμένη πια, εικόνα του βασιλόπουλου και την κοιτούσε. και τότε το βασιλόπουλο την είδε και αναγνάρισε το είδωλό του που το είχε στείλει με τον μαγικό καθρέφτη στον κόσμο. και κοιτώντας καλά τη βασιλοπούλα, αναγνώρισε στο πρόσωπό της αυτήν για την οποία είχε ξεκινήσει το μεγάλο ταξίδι. έτσι, κάθισε και της είπε όλη την ιστορία. όμως η βασιλοπούλα δεν καταλάβαινε τίποτα. αυτός ο κόμπος στην καρδιά που της είχε κάνει η μητριά της, την εμπόδιζε να δει την αλήθεια. τότε το βασιλόπουλο με μια απαλή κίνηση έβαλε το χέρι του στο στήθος της και της έλυσε τον κόμπο. και τότε η βασιλοπούλα τα θυμήθηκε όλα. πιαστήκαν αγκαλιά και φύγανε.




- και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα;
- μμμ, όχι ακριβώς. ζήσαμε εμείς καλά. και όσο για το βασιλόπουλο και τη βασιλοπούλα, κανείς δεν ξέρει τι απογίνανε. ένα είναι το σίγουρο. ότι δεν πεθάνανε.
- γιατί;
- γιατί ο μαγικός καθρέφτης είχε και μια άλλη μαγική ιδιότητα. όταν κοιτάζονταν δυο άνθρωποι μαζί μέσα του, γίνονταν και οι δυο αθάνατοι. και αυτό κάνανε εκείνοι.



(η ιδέα είναι από το βιβλίο του Μιχαελ Εντε "Η Μομο". εγώ απλώς άλλαξα λίγο την ιστορία)

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009



βράδια

που το ραδιόφωνο υποκλίνεται στη φωνή του τζον

που έξω η βροχή ηχεί σαν χειροκρότημα

που παντού γυμνές πατούσες χορεύουν πάνω σε ένα χαλί από τρυφίλια

που πολύχρωμα μπαλόνια χρεμετίζουν δυνατά κουτρουβαλώντας πάνω στο χιόνι

που τα μάτια στέκουν ακλόνητα στις σταγόνες που εκτοξεύονται από μια φλούδα μανταρινιού

που οι μαργαρίτες στη γλάστρα ξαφνικά ανθίζουν καταμεσής του χειμώνα

που ο κλόουν χοροπηδάει με προσμονή και χορεύει εκτελώντας αστείες κωλοτούμπες



τέτοια βράδια

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2009


ονειρεύτηκα ένα κορίτσι. και όμως δεν θυμάμαι το πρόσωπό της...

περπατούσε μέσα σε ένα χιονισμένο τοπίο. τα γυμνά της πόδια χαϊδεύανε γλυκά το χιόνι που θαρρώ κοκκίνιζε από την ταραχή του. γύρω γύρω οι νιφάδες στροβιλίζονταν και προσγειωνόντουσαν απαλά αποφεύγοντας να καλύψουν το ίχνος που άφηνε κάθε βήμα της λες και η φύση αρνιόταν να χαθεί από προσώπου γης το πέρασμά της. και όμως δεν θυμάμαι το πρόσωπό της..

τα κουρελιασμένα ρούχα της άφηναν να διαγραφεί κάθε πτυχή του κορμιού της και καθώς περπατούσε αυτά λικνίζονταν σε έναν ακατανόητο χορό από αυτούς που μόνο όσοι έχουν ερωτευτεί έστω και μία νιφάδα χιονιού μπορούν να αναγνωρίσουν. και όμως δεν θυμάμαι το πρόσωπό της..

από μακριά την είδα. βάδιζε με ρυθμό σταθερό ανάμεσα από πεύκα σιωπηλά, φορτωμένα γαλαζόλευκη πάχνη. τα χέρια της λες και αιωρούνταν, κινούνταν με μια εμφανή προσδοκία για μια αγκαλιά με κάποιο από τα ντροπαλά κλαδιά των δέντρων και τα δάχτυλά της τα καλούσαν να παίξουν μαζί τους ένα παιχνίδι αυθόρμητα βγαλμένο από κάποιες ευτυχισμένες μέρες. και όμως δεν θυμάμαι το πρόσωπό της..

το σώμα της, παρόλο το χιόνι και το κρύο, ανέδυε μια υπέροχη θαλπωρή που έκανε τον αέρα να μοσχοβολάει για χιλιόμετρα. και γύρω της, ένα στεφάνι από γαλαζόσκονη την έκανε να φαντάζει τόσο αιθέρια λες και δεν βάδιζε αλλά πετούσε. και όμως δεν θυμάμαι το πρόσωπό της..




τα είδα όλα αυτά.

σε ένα όνειρο από χιόνι..

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009


και τότε τα φαντάσματα θα βαρεθούν και θα φύγουν με ουάν γουέη τίκετ και το γέλιο θα ξεχειλίζει αβίαστα από τα μάτια που δεν θα λυπούνται να κοιτάξουν ψηλά. τότε you will walk so proud and you will talk so loud, και το μεθύσι θα είναι πια ουσιαστικό. ο ουρανός θα γεμίσει με πολύχρωμα μπαλόνια και τα χειμωνιάτικα βράδια θα χιονίζει άχνη ζάχαρη μαζί με χαλάζι από σταφίδες. τότε ο αέρας θα κουβαλάει τη μυρωδιά του μανταρινιού και τα ψέμματα θα γκρεμοτσακίζονται καθώς θα κατατροπώνονται από τα αληθινά συναισθήματα. τότε οι λέξεις από τις σελίδες των βιβλίων θα πετούνε καθημερινά γεμίζοντας τις ψυχές και θα τρώμε κουλουράκια με γάλα πριν πέσουμε για ύπνο. τότε θα απογίνουμε κάτι τόσο ωραίο που δεν μπορείς καν να το φανταστείς!

τότε.

ή τότε

ή και (γαμώ τις αδυναμίες μου..) τότε..

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2009





είναι η ώρα που η μάσκα βγαίνει και φυλάσσεται προσεκτικά στο συρτάρι για να χρησιμοποιηθεί ξανά την επόμενη μέρα. που το ποτήρι έχει από ώρα μείνει άδειο και κραυγάζει τη μελαγχολία του. που οι μυρωδιά του καφέ έχει μπλεχτεί με αυτήν του αλκοόλ σε έναν άνευ σημασίας διαγωνισμό όπου ο νικητής δεν κερδίζει τίποτα. αυτή την ώρα ένα ακόμα τσιγάρο δεν είναι αρκετό να γεμίσει το βιβλίο των ανείπωτων λέξεων και οι δείκτες του ρολογιού πέφτουν σε αχρηστία. ο μετρητής της μοναξιάς χτυπάει κόκκινο στο δρόμο της επιστροφής σε πείσμα των αμετανόητων εραστών του νυχτερινού ξεφαντώματος. αυτήν την ώρα οι σοκολάτες στα ράφια των περιπτέρων κρυφογελούν κοροϊδευτικά. και το αύριο μοιάζει ανούσιο.


closing time

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009


τι να γράψουμε και εμείς οι (και καλά) βλόγερζ..

ο άνθρωπος τα είπε όλα πριν από (πάρα) πολλά χρόνια..



Make me a pallet down, soft and low
Make me a pallet on your floor

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009


όταν λείπει το στρώμα φαντάζει τρομαχτικά τεράστιο και χάνεσαι σε μια προσπάθεια να καλύψεις όσο περισσότερο χώρο μπορείς - και τι να σου κάνει ένα σώμα μόνο του; μένεις μόνος σε μια γωνιά να παραφυλάς το σκοτάδι.

όταν λείπει ψάχνεις να βρεις μαλλιά να χαϊδέψεις, δέρμα να αγγίξεις, άρωμα να οσφρανθείς - πόσο ακόμα να μυρίζεις το τίποτα;

όταν λείπει ξαγρυπνάς προσμένοντας σε κάποιο θαύμα - πόσες ακόμα χαραυγές να αντικρύσεις;

όταν λείπει βλέπεις όνειρα που δεν τα θυμάσαι γιατί δεν έχουν καμία σημασία - ή μήπως έχουν; και γιαί δεν τα θυμάσαι;

όταν λείπει διαβάζεις, απαγγέλεις, τραγουδάς, ονειρεύεσαι, ακούς, καπνίζεις, πίνεις - τα ίδια και όταν ΔΕΝ λείπει, οξύμωρη σκέψη.

όταν λείπει ανταποδίδεις χαμόγελα, (δεν) βγαίνεις έξω, αγγίζεις με προσμονή, θυμάσαι, ξεχνάς.




όταν λείπει, λείπει. σκέτα. ξερά. χωρίς δεκανίκια.

όταν λείπει.

ο έρωτας.


λείπει.




αφορμή και από εδώ

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009

INSOMNIA


προσπάθησα να κλείσω τα μάτια μου. μάταια. χιλιάδες οδοντογλυφίδες τοποθετημένες με αξιοπρόσεκτη τάξη εμπόδιζαν οποιαδήποτε κίνηση των βλεφάρων, όσο ανεπαίσθητη και αν ήταν. και αμέσως άρχισε η παρέλαση. οι ξυλοπόδαροι εφιάλτες, οι κλόουν όνειρα, οι φλεγόμενες προσδοκίες, οι ακροβάτες ελπίδες, οι σχοινοβάτες έρωτες. ωραία παρέλαση, μα τα χίλια βλογ(ζ)!


το εγώ δεν είναι εγώ, αλλά εσύ. ή μήπως όχι; και ποια είσαι εσύ; (είσαι εσύ..;)


πελιδνά χρώματα στο πρόσωπο το βλέμμα στραμένο προς τη μικροσκοπική οθόνη σε αναζήτηση ενός κουδουνίσματος ένα έστω και ένα για να τεκμηριωθεί η ύπαρξη ότι κάποιος με σκέφτηκε ότι είμαι εδώ και όχι κάπου αλλού ας χτυπήσει και ας είναι ο οποιοσδήποτε


φρούτα δεν τρώω. όχι.


ξεσκίζω το μέσα μου. το γαμάω. χωρίς προφυλάξεις. βαρέθηκα τις προφυλάξεις. σιχάθηκα τα σίγουρα. ζήτημα αναπνοής.


θυμήθηκα. κάτι.

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

ΠΙΣΤΗ ΑΓΑΠΗ ΕΛΠΙΔΑ

δεν ξέρω ως πότε θα ζήσω

δεν ξέρω πότε τα εγκώσμια θα αφήσω

δεν ξέρω που οδεύω

χαίρομαι όμως που

την τύχη μου την κοροϊδεύω


τα κυριακάτικα φθινοπωρινά πρωινά, ο ήλιος που τρυπώνει ανάμεσα από τα σύννεφα και επιτίθεται στο δωμάτιο ανενόχλητος εξαιτίας των τραβηγμένων στην άκρη κουρτίνων, νερουλιάζει το μυαλό μου. οι κλειστές κουρτίνες και τα σφαλιστά παντζούρια πάντα μου δημιουργούν μια αποπνικτική και κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. έτσι αρκούμαι στο να κουλουριάζομαι κάτω από το πάπλωμα, να ξεστομίζω αθόρυβες και ανόητες απειλές, και να ελπίζω στη βροχή. που θα με κάνει να αισθανθώ λίγο πιο καθαρός.


Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2009

JUST MY IMAGINATION (?)


περπατώντας άπειρες ώρες πάνω κάτω, στις ίδιες διαδρομές όλη μέρα, πολύχρωμοι άνθρωποι προσπερνάνε γελαστοί. δημιουργικότητα που αγγίζει τα όρια των ονείρων με γειώνει (αν)ομαλά, τα ακουστικά στα αυτιά συνεχώς, κυριεύομαι και οργιάζω. εικοσιεννιά (29), σχεδόν τριάντα (30) κουβαλητά στην πλάτη, μια αναπόφευκτη τάση φυγής προς ένα τρελό πουθενά κατευθυνόμενο από χιλιάδες δενέγινα που σπηρουνιάζουν το μυαλό. ο κλόουν σε κατάσταση έκστασης σαν σε προειδοποίηση για το ρεσάλτο. και ύστερα τα βράδια που δεν φέρνουν ύπνο, με τα όνειρα σε έναν σουρεαλιστικό παροξυσμό να φτύνουν ανεπεξέργαστα (αυτή η λέξη υπάρχει άραγε;) κομμάτια ενός παζλ από το οποίο δεν μπορώ να βρω τις τέσσερεις γωνίες για να κάνω μια υποτυπώδη αρχή, και τι θα κρεμάσω στον άδειο τοίχο; όταν η μέρα παίρνει και χαράζει ο ύπνος φέρνει μια λύτρωση ψεύτικη και θολή, και τα ψέμματα φαντάζουν μια δικλείδα σωτηρίας τραγικά προσωρινής που τρέφει τον φαύλο κύκλο της ανυπαρξίας. δεν υπάρχουν συνταγές, μόνο αυτοσχεδιασμοί πάνω σε δοκιμασμένα υλικά για να τα ρίξω στη χύτρα, μια δόση λογικής, μια πρέζα τρέλας, λίγο από αυθορμητισμό, ένα ίχνος κυκλοθυμικότητας, όσο περισσότερο παίρνει - για να μην κόψει - έρωτα, μια μεζούρα όρεξης, μια ισχυρή δόση αποφασιστικότητας και για να δέσει απαραίτητο συστατικό η ευτυχία. χωρίς αναλογία. μα είναι οι δόσεις των συστατικών, τα συστατικά τα ίδια, το ανακάτεμα, ο χρόνος βρασμού, το γαρνίρισμα, το σερβίρισμα, όλα μαζί, ή κάτι άλλο απροσδιόριστο που θα μετατρέψει όλο αυτό το αγωνιώδες ανακάτεμα σε κάτι αν όχι τέλειο, τουλάχιστον βρώσιμο;


και κάπου εκεί τις ώρες που το λυκόφως ζωγραφίζει, μια φωνή να επαναλαμβάνει:


προσπάθησε για αυτά που θέλεις, για να είσαι πραγματικά χαρούμενος.

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2009

SMELL (number two)


την συναντώ στα πολυφορεμένα ρούχα. κοιμόμαστε αγκαλιά κάθε βράδυ και βλέπουμε τα ίδια περίεργα όνειρα. λουφάζει πίσω από τον πάγκο του μπαρ και με ακολουθεί στις άσκοπες βόλτες μου. κολυμπάει μέσα στον πάτο του ποτηριού μου με απόλυτη άνεση και κάνει τσουλήθρα στα παγάκια. κουβαλάει τόνους όνειρα αλλά παραμένει ακμαία και ενεργητική. τυλίγει επιθυμίες και διασκορπίζεται τριγύρω, χορεύοντας τανγκό με τα νεκρά φύλλα του φθινοπώρου. χλευάζει τον κρύο δυνατό αέρα, κάνοντάς τον να σφυρίζει μέσα από τις χαραμάδες αγριεμένα.

παράξενο πράγμα. σαν να την τρέφει αυτό το κρύο. ή σαν να τραγουδάει κοροϊδευτικά κόντρα στο καιρός για δύο.

μυρωδιά ανεξίτηλη.