DAYS OF DARKNESS

Μουζικα

Κυριακή 22 Μαρτίου 2009

βεβαιωθείτε

διά την παύση

της υδατόπτωσης

του υδατοπαροχέα

ΠΡΙΝ

την αποχώρησή σας

από την οικία.

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009

ΑΠΟΦΑΣΗ (σιγά ρε μεγάλε μη σκίσεις κανένα καλσόν..)

όταν συνεχώς κρύβεσαι από όλους και από όλα (και κυρίως από τον εαυτό σου), δεν σου μένει παρά να σιωπήσεις.

για όσο.

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2009

ΠΟΥΛΟΒΕΡ

έχω ένα κουβάρι μέσα στο κεφάλι μου. αν ήξερα να πλέκω θα μπορούσα να φτιάξω από δυο πουλόβερ για κάθε περιπλανώμενο μεθυσμένο διαβάτη αυτής της πόλης. ένα για τη μέρα, ένα για τη νύχτα. να τα φοράει συνέχεια, να τα μπερδεύει μεταξύ τους, να γεμίζουν θηλειές και κόμπους, να έχουν σημάδια από κάφτρες. και αν τύχει, να τα βάζει και στο πλυντήριο καμιά φορά. για να νομίζει οτι αλλάζει κάτι. όχι όμως στους τριάντα. στους εξήντα. και ας κινδυνεύει ο πλανήτης. με τον πλανήτη της ψυχής μας τι θα κάνουμε; με τους πάγους των εντοσθίων μας; με τις χελώνες που κολυμπάνε μέσα στο σάλιο μας; με τα πανύψηλα τροπικά δέντρα του μυαλού μας; δεν έχω και γάτα να της το δώσω το κουβάρι μου να παίξει μαζί του, να το κυλάει σε όλο το πάτωμα, να το ζαλίσει μπας και το εκνευρίσει και πει να ξεμπερδευτεί από μόνο του, γιατί αν περιμένει από εμένα δεν θα δει χα'ί'ρι. δεν έχω γάτα, μόνο κάτι βρωμοπεριστέρια ακούγονται από έξω τι μπορούν να κάνουν και αυτά. αύριο μόλις ξυπνήσω θα πάω να αγοράσω τσιγγελάκια, να μάθω σταυροβελονιά και να σου ρθω με καινούργιο κασκόλ από αυτά με τα κρόσια να με τυλίξεις μέσα του γιατί έρχεται η άνοιξη και πρέπει να είμαι όμορφος.




ποια μοτοκούζι ρε φίλε, εδώ δίπλωμα για παπάκι δεν έχουμε. ούτε καν ποδήλατο (αυτό το λάστιχο πότε θα το φτιάξω άραγε;). όσο για το βόλβο δεν είμαστε για τα κυβικά του..

άσε, ας περιμένει λίγο το τέλος του κόσμου

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009

ΚΡΥΦΤΟ

είδα δυο εικόνες. δυο κορίτσια. μάλλον ήταν το ίδιο, με διαφορετικά ρούχα. ένα πολύ περίεργο κορίτσι. τη μια περπατούσε χορεύοντας πάνω στα υπολείματα κάποιου μετεωρίτη, απομεινάρι και αυτός από κάποιον μακρινό πλανήτη, αποφεύγοντας επιδέξια να κατακρυμνιστεί στο άπειρο, λικνίζοντας αιθέρια το αέρινο σώμα της ανάμεσα στα μικροσκοπικά αστέρια που την είχαν περικυκλώσει αναζητώντας να οσφρανθούν έστω και μια μικρή υποψία από την μυστηριώδη ύπαρξή της. τα σγουρά μαλλιά της πιασμένα ψηλά στο κεφάλι της ανέμιζαν άνεμοι από τα κβάζαρ, κάνοντάς τα να δημιουργούν αλλόκοτα σχήματα γραπώνοντας στο διάβα τους πολύχρωμη αστερόσκονη, την οποία σκορπούσαν σαν κομφετί πάνω στους ανυποψίαστους αστεροειδείς που τύχαινε να περάσουν εκείνη την ώρα από κοντά της. καθώς περνούσα δίπλα της, προσπαθώντας να καβαλήσω τη ράχη ενός φλεγόμενου αστεριού που έπεφτε, την είδα. με κοίταξε. και μου χαμογέλασε. πρέπει να μου μίλησε κιόλας, αλλά εγώ, απασχολημένος με το αστέρι μου, απέφυγα να της μιλήσω. την κοίταξα μόνο καθώς απομακρυνόμουν, να στροβιλίζεται χαμογελώντας. αργότερα, καθώς το σκεφτόμουν, νομίζω ότι διέκρινα μια μελαγχολική απορία στο βλέμμα της.

μια άλλη φορά στεκόταν μπροστά σε έναν μικροσκοπικό καθρέφτη. τα μαλλιά της, λυτά, ίσα που αγγίζανε τους ώμους της. τα μάτια της είχαν σταθεροποιηθεί σε ένα σημείο του καθρέφτη και κοιτούσαν έντονα. το σώμα της, παρόλο που έμοιαζε κουρασμένο, είχε αυτήν την έντονη τάση αναμονής του καλύτερου. καταφέρνωντας με το ζόρι να ισορροπήσω πάνω σε ένα τριόροφο σκουριασμένο ποδήλατο με μια ρόδα, πέρασα από πίσω της. σταμάτησα να την παρατηρήσω. περίεργος καθώς είμαι, κοίταξα μέσα στον καθρέφτη για να δω. αλλά τρόμαξα. παρα τρίχα γλίτωσα το γκρεμοτσάκισμα. αυτή, με κοίταξε μέσα από τον καθρέφτη. μια προσπάθεια ανάπτυξης ενός κουρασμένου χαμόγελου δεν ολοκληρώθηκε. τα χείλια της κουνήθηκαν από ανάγκη να ειπωθούν τα λόγια. εγώ όμως αυτά δεν τα είδα. είχα ήδη φύγει μακριά. μέσα στις σκιές. εκεί που δεν φαινόμουνα.

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009

... ........ .. .....

.... .. ... .. ..... ........

... ..... ....

... ... ........ .. ......

.. ...... ... ......... ........

.. ..... .. ... .. ... .. ....

... ... ..... .. ........... ... ......

... . ...... .... .. ......

... ..... ......

... .... ... ... ... .....

...... .. ..... ... ... ........

... ..;

... ....


.....;;;;

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2009

ΤΑΞΙΔΙ

ξάπλωσα. ξαφνικά το πάτωμα άρχισε να με ρουφάει. βυθιζόμουνα. βρέθηκα στο σαλόνι του τρίτου ορόφου και από εκεί στο μπάνιο του δεύτερου, στον φωταγωγό (μα ποιος αρχιτέκτονας σχεδίασε αυτήν την οικοδομή;), στον γκισέ του θυρωρού, και από εκεί η καθοδική μου πορεία συνεχίστηκε στο υπόγειο. το παράξενο είναι ότι κανείς από τους ενοίκους δεν μου έδωσε σημασία. η κάθοδος συνεχιζόταν. βρέθηκα στο χώμα. το σώμα μου πιο ελαφρύ και από ένα ακάρεο, συνέχισε να βυθίζεται όλο και πιο βαθειά. το υπέδαφος κρύο και υγρό. χώμα, πέτρες, λάσπη. μύριζε κλεισούρα. και όλο και κατέβαινα. το παράξενο είναι πως δεν μου έκανε καμιά εντύπωση. η θερμοκρασία έπεφτε με αυξανόμενη ταχύτητα. κρύωνα. μαζεύτηκα, στη στάση του εμβρύου, μήπως και μπορέσω να ζεσταθώ. δεν μου άρεσε εδώ. δεν είχε πλάκα. και όλο και κατέβαινα. πέρασα από διαφόρων ειδών υποστρώματα, σκουντούφλησα πάνω σε ένα ζευγάρι τυφλοπόντικες την ώρα που εεχμ.. καταλαβαίνετε.. (το παράξενο είναι ότι ούτε αυτοί ενοχλήθηκαν), κανα δυο σκουλήκια με κοίταξαν υποτιμητικά και συνέχισαν το δρόμο τους, ίσως πέρασα ξυστά από μια πλούσια φλέβα πετρελαίου. και όλο και κατέβαινα. σταδιακά, η θερμοκρασία άρχισε να ανεβαίνει. εκεί που είχα πραγματικά εκνευριστεί, διαπίστωσα ότι η θαλπωρή που ένιωθα μου άρεσε. την ένιωθα οικεία. το υλικό στο οποίο βυθιζόμουνα είχε πια γίνει μια πηχτή μάζα από κάτι απροσδιόριστο, το οποίο καθώς με τύλιγε μου προσέφερε μια ευχάριστη αίσθηση αναζωογόνησης. τέντωσα τα άκρα μου και αφέθηκα. και όλο και κατέβαινα. ώσπου σε κάποια στιγμή, η ταχύτητά μου ελλατώθηκε αισθητά. βυθιζόμουνα όλο και με μεγαλύτερη δυσκολία. τώρα πια ένιωθα σαν να κολυμπάω. κολυμπούσα. μέσα σε μια πορτοκαλί μάζα με με κίτρινες μπουρμπουλήθρες που με χάιδευαν γαργαλιστικά. όμορφος κόσμος. μαγευτικός. γαλήνιος. και όλο και κολυμπούσα. κάποια στιγμή, μια μακρομαλλούσα μπουρμπουλήθρα περνώντας ξυστά από το αριστερό μου αυτί, μου ψιθύρισε: είναι ώρα να αρχίσεις να ανεβαίνεις. αποχαιρέτισα τις υπόλοιπες μπουρμπουλήθρες, που με κοίταξαν για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου λυπημένες πριν συνεχίσουν τον τρελό χορό τους, και αφέθηκα. κατά τη διάρκεια, όμως, της ανόδου μια δυσφορία μου δημιουργήθηκε. δεν ήθελα να φύγω από εκεί. δεν μπορούσα όμως να κάνω και αλλιώς. και όλο και ανέβαινα. η ταχύτητά μου αυξήθηκε αισθητά. άρχισα να νιώθω άβολα. η θερμοκρασία έπεφτε. μαζεύτηκα. δεν ήθελα. κούρνιασα στον εαυτό μου για να αντιμετωπίσω την κατάσταση. πάλι λάσπη. πέτρες. χώμα. ήθελα να φωνάξω όμως η φωνή μου δεν έβγαινε. προσπάθησα, μάταια, να αντισταθώ. ένιωσα να φτάνω στην επιφάνεια. κλεισούρα. ανασφάλεια. βοήθεια. ένιωσα το εξωτερικό φως να με καίει. φύγετε από εδώ όλοι. δεν θέλω. φως. χώμα. φως. χώμα. φως. έκλεισα τα μάτια. έμεινα ξαπλωμένος. στη στάση του εμβρύου. όχι για πολύ όμως. ξαφνικά, δεν άγγιζα πια το έδαφος. ανυψώθηκα. αιωρούμουνα στον αέρα. και όλο και ανέβαινα πιο ψηλά. δίστασα. τελικά, άνοιξα τα μάτια μου. πετούσα. χόρευα ανάμεσα στα σύννεφα. βουτούσα παιχνιδιάρικα μέσα τους. η ίδια, όπως με τις μπουρμπουλήθρες, γαλήνη με κυρίευσε. χοροπηδούσα πάνω τους. έγινα αυτόπτης μάρτυρας των μεταμορφώσεών τους. και ο χορός συνεχίστηκε. ώσπου, αποκοιμήθηκα στην πολύχρωμη αγκαλιά ενός από αυτά. και αυτό με πήρε και με απόθεσε απαλά εκεί όπου είχα ξαπλώσει αρχικά. με φίλησε στο μάγουλο και απομακρύνθηκε στροβιλίζοντας τον αέρα γύρω του. απόμεινα να κοιμάμαι. ίσως για χρόνια. ίσως για μια στιγμή.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

σε θέλω







χωρίς εμένα

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2009

THE WEEPING SONG

είμαι ο χορευτικός πελεκάνος των απάνεμων χρωμάτων. προμηθεύτηκα κάτι φτερά που τα νόμιζα για αδιάβροχα, αλλά ήδη η υγρασία έχει εισχωρήσει μέχρι το κόκκαλο και κάνει τις κλειδώσεις μου να τρίζουν επικίνδυνα. ένα ψάρι που είχε πιαστεί κατά λάθος εδώ και καιρό μές στη σακούλα του ράμφους μου, σφηνώθηκε και δε λέει να ξεκολλήσει (άσε που έχει αρχίσει να μπαγιατεύει και βρωμάει απαίσια). αναπνέω τις αλμυρές αναθυμιάσεις αφρισμένων θαλασσών, φλερτάροντας με λιγδιάριδες ξεπεσμένους πειρατές αλλοτινών εποχών που με κρατάν κοντά τους ρίχνοντάς μου που και που τα αποφάγια τους. για αντάλλαγμα, με αφήνουν να ξαποσταίνω πάνω στα σάπια κατάρτια των μπαταρισμένων καραβιών τους. οι ευγενικοί (με τους υπόλοιπους πελεκάνους) ψαράδες, με κυνηγάνε τινάζοντας πάνω μου τα αγκίστρια τους μόλις πλησιάσω για να αρπάξω κάποιο φρέσκο ψαράκι που μόλις έχουν πιάσει. πριν λίγο καιρό χόρεψα πάνω στον αφρό ενός κύματος εκτελώντας αξιοζήλευτες πιρουέτες, οδήγησα ένα τρελό αυτοκίνητο στους μονόδρομους ενός ουράνιου τόξου και καπου εκεί χάθηκα γιατί δεν κατάλαβα ότι το αριστερό μου μάτι πάσχει από αχρωματοψία, μέχρι που πήγα στον οφθαλμίατρο ο οποίος μου συνέστησε να μεταναστεύσω στις μπουρμπουληθρένιες θάλασσες της ισλανδίας μήπως και το άχρωμο υπερβόρειο χιόνι καταφέρει να γεμίσει το αδιαπέραστο άσπρο των ματιών μου.




δεν τον άκουσα ο μαλάκας..

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2009

and all the ghosts that sell memories

they want a piece of the action any how









και αυτήν την νύχτα θα την περάσω παρέα με τα φαντάσματά μου

αφήστε με ήσυχο εσείς οι ζωντανοί

δεν σας ταιριάζω

θα καθίσουμε εδώ

εμείς που προερχόμαστε από τον κόσμο των νεκρών

να πιούμε παρέα

να προσπαθήσουμε να φτιάξουμε λέξεις

δικαιολογώντας την απουσία της ζωής

να θολώσουμε τον κόσμο

μήπως επιτέλους γίνει πιο όμορφος

μήπως επιτέλους γίνουμε αντάξιοί του

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2009

κάπου εκεί

εκεί στο ελάχιστο κενό

που δημιουργείται

μεταξύ των δαχτύλων

και ανάμεσα

στις ανοιγμένες

από το κρύο πληγές

εκεί υπάρχει κάτι

κάτι..

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2009

ΒΑΘΕΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΗΜΕΝΟ ΠΟΣΤ (ΛΕΜΕ ΤΩΡΑ..)

οι συζητήσεις στα μπαρ.


οι συζητήσεις στα μπαρ, έχουνε έναν αυτοσχέδιο αυθορμητισμό και μια υπόκωφη.......

"άστο μεγάλε αφού δεν το χεις, ποιον πας να κορο'ι'δέψεις!"


οκ, ξαναρχίζω.

λοιπόν, οι συζητήσεις στα μπαρ, εν μέσω αλκοολοποσίας και με βαρύ το κεφάλι από τις αναθυμιάσεις και τους καπνούς, είναι και γαμώ. τελεία.

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2009

εεε.. βασικά τίποτα.






απλώς ήθελα









να γράψω κάτι









για να φύγει












από την αρχή









το προηγούμενο ποστ.

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2008

ΜΑΘΗΜΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

μοτοσικλέτα η [motosikléta] : 1. δίκυκλο ή σπανιότερα τρίκυκλο μηχανοκίνητο όχημα μεγαλύτερης ιπποδύναμης από το μοτοποδήλατο: ~ μικρού / μεγάλου κυβισμού. Aγώνες μοτοσικλέτας. συνων: μηχανή, μηχανάρα, εργαλείο, μπέμπα, κτλ. 2. δίκυκλο όχημα το οποίο ενίοτε προκαλεί απώλεια ζωής στον επιβάτη του υπό οποιεσδήποτε συνθήκες και χωρίς να κάνει διακρίσεις. συνων: σκοτώστρα.







καλό σου ταξίδι..

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2008

ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ.................




Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2008

ΤΑ ΕΠΙΚΑΙΡΑ

μια εβδομάδα και τέσσερεις μέρες. καπνοί. άδειοι δρόμοι. γεμάτοι δρόμοι. βροχή. ο ουρανός κλαίει. φωνές. σφαίρες. πέτρες. σφαίρες. μολότωφ. οργή. κλάμα. γυαλιά. φωτιές. πράσινα ανθρωπάκια. πολύχρωμοι άνθρωποι. θάνατος. ζωή.





τρεις εβδομάδες και τέσσερεις μέρες. σιωπή. τριαντα εφτά σχόλια. ένα μέηλ. αναζητήσεις. έλλειψη χρόνου. κούραση ψυχική. κούραση σωματική. νυσταλέες αυπνίες. συζητήσεις. σκέψεις που δεν οδηγούν πουθενά.





μια εβδομάδα και τέσσερεις μέρες. όχι, δεν είσαι εσύ λειψός. μόνο εγώ, λειψός όσο ποτέ άλλοτε (ή μήπως όσο πάντοτε;), ανήσυχος διεκπεραιωτής, ανύπαρκτος, ζωντανός.







think twice

it's just another day for you and me

in paradise







φέτος, λέει, καταστράφηκαν τα χριστούγεννα. φέτος, σπάσανε το ζάρα και δεν θα μπορέσουμε να ψωνίσουμε καλά ρούχα για το ρεβεγιόν. φέτος, λέει, οι πολίτες περίμεναν τα χριστούγεννα
για να ξεχαστούν από τα προβλήματά τους, και τώρα δεν θα το καταφέρουν εξαιτίας των κουκουλοφόρων....




η αρένα γεμάτη.

τα λιοντάρια πεινασμένα περισσότερο από κάθε άλλη φορά.

το κοινό αδημονεί αγανακτησμένο.





άρτος και θεάματα..