DAYS OF DARKNESS

Μουζικα

Τρίτη 22 Ιουνίου 2010




gone fishing




no posts for a while (....?)

Δευτέρα 14 Ιουνίου 2010

Τετάρτη 9 Ιουνίου 2010


να γίνω μικρός

πολύ μικρός

ένα τόσο δα σποράκι

να κρυφτώ μέσα στο χώμα

βαθιά

μέσα στο σκοτάδι

να κλείσω τα μάτια μου

να μη νιώθω τίποτα

ησυχία

ηρεμία

ακινησία και αναμονή

να περάσουν από πάνω μου οι εποχές

να μη μου αφήσουν σημάδια

ορατά

και μια εποχή

μια υποτιθέμενη άνοιξη

που δεν θα είναι απαραίτητα άνοιξη

όταν ωριμάσω

να αναδυθώ

και να αντικρύσω τον ήλιο

κατάματα

να αναμετρηθώ μαζί του

σώμα με σώμα

γιατί θα μπορώ

Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

-ΑΝΤΑ (and still teen.. how sad..)




δεν κατάλαβα πως βρέθηκα εκεί. δεν θυμάμαι να ανέβηκα σε κάποιο μεταφορικό μέσο. δεν πέρασα κάποιο τσεκ ιν, δεν έκανα ρόουντ τρίπινγκ, δεν έχω ανάμνηση από τοπία να τρέχουν έξω από το παράθυρό μου και να πίνω φτηνό καφέ στο μέσο της αμαξοστοιχίας, και εννοείται πως δεν κολύμπησα τόση απόσταση. το σίγουρο είναι πως βρισκόμουνα εκεί. είχε χιόνι. είχε έναν ουρανό παράξενο. είχε όμορφα σπιτάκια με κεραμίδια. είχε όμορφα τρένα. τις ελάχιστες ώρες που δεν ήταν νύχτα κοιμόμουν. παντού επικρατούσε ένα ημίφως γοητευτικότατο. είδα το βόρειο σέλας σε όλο το μεγαλείο του. ήπια καφέ δίπλα σε ένα ποτάμι παρακολουθώντας τον σαγηνευτικό χορό των νιφάδων. όταν νύχτωνε - θεωρητικά, γιατί πρακτικά το ηλιοβασίλεμα άρχιζε από το πρωί - τα φώτα της μικρής πόλης παίζανε εκπληκτικά με τις σκιές των λιγοστών ανθρώπων πάνω στο άσπρο χώμα και ένα τεράστιο ρολόι δίπλα σε έναν ακόμα πιο τεράστιο χάρτη ταξιδεύανε το μυαλό σε μακρινές διαστάσεις. όλα εκεί ήταν φιλόξενα για κάποιον ακαθόριστο λόγο. τα γυμνά από φύλλωσιά αλλά γεμάτα με μπουμπούκια έτοιμα να ξεπεταχτούν δέντρα, η παρέα των αντρών που τραγουδούσε δίπλα στη σόμπα, οι άδειοι μα ζεστοί δρόμοι, το γεφύρι στο μονοπάτι, τα ξύλια παγκάκια στην αλάνα, η φίλη μου με τα μαλλιά της να προβάλουν ακανόνιστα κάτω από την τραγιάσκα στο κεφάλι της. θέλησα να μείνω εκεί για πάντα.



και μετά ο πρωινός ήλιος να μπερδεύεται με τα σύννεφα. και ένα κενό στο στομάχι να φωνάζει πως μια νέα δεκαετία αρχίζει. και ύστερα λέξεις αφιερωμένες, να θυμίζουν πως κάποιοι αγαπάνε τους ανθρώπους για αυτό που είναι.

σε ευχαριστώ γλυκιά ύπαρξη για τα όμορφα λόγια..

"Τον γνώρισα ένα βράδυ καθώς κοίταξα αρκετά ψηλότερα απο την ευθεία των δικών μου ματιών. Παρατήρησα ένα ντροπαλό χαμόγελο και δύο καλοσυνάτα μάτια. Κάθισα μαζί του αρκετές ώρες. Αρκετός καιρός για να γίνει ένας απο τους ανθρώπους που αγαπώ πολύ. Μιλήσαμε για λίγα πράγματα. Μία άλλη φορά βρεθήκαμε σε ένα πεζούλι ενώ έβρεχε. Καπνίσαμε παρέα και μιλήσαμε για αυτά που μας πονούν. Ακόμα μία φορά βρεθήκαμε να περπατάμε δίπλα δίπλα μην λέγοντας κάτι σοβαρό. Απλά γελούσαμε. Είναι ωραίο να βλέπεις τα χέρια του να ανεβοκατεβαίνουν στις χορδές τις κιθάρας. Έχει και ωραία μακριά μαλλιά. Θέλει να γυρίσει όλο τον κόσμο. Αγαπάει το θέατρο και κάτι περίεργα χρωματιστά ρούχα. Στρίβει το τσιγάρο με μεγάλη προσοχή. Μπορεί να γίνει ο αγαπημένος φίλος όλων όσων ξέρω. Αν ήταν εποχή θα ήταν φθινόπωρο, αν ήταν ημέρα θα ήταν Πέμπτη και αν ήταν ώρα θα ήταν επτά το απόγευμα. Γελάει σαν παιδί και δεν ξέρει τι θα κάνει αύριο ή μετά. Αρκείται στο τώρα και αυτό του το αναγνωρίζω ως μέγα προτέρημα. Ξέρει τι θα πει αγάπη άνευ όρων και έχει δώσει πολλά για αυτή. Σέβεται την ελευθερία και την ευτυχία των άλλων. Είναι άνθρωπος καλός με όλη τη σημασία της λέξης. Είμαι τυχερή που τον γνωρίζω και ας βρισκόμαστε λίγο και αραιά. Αγαπιόμαστε όμως. Έχουμε ανταλλάξει κομμάτια και στρατόπεδα. Στον πιό γλυκό άνθρωπο που ξέρω. Που σήμερα κλείνει τα τριάντα. Που τον θυμάμαι να σιγοτραγουδάει αυτό και εγώ με τη σειρά μου του το αφιερώνω."

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

εσύ και εγώ. μόνοι στο δωμάτιο με το ημίφως να παίζει περίεργα παιχνίδια. το βλέμμα σου θολό και απαιτητικό ταυτόχρονα. στέκομαι στην πόρτα και σε παρατηρώ. μου γυρνάς την πλάτη και προχωράς μερικά βήματα. το περπάτημά σου κολασμένο. φοράς ένα απαλό νυχτικό που αφήνει να διαγράφεται κάθε πτυχή και καμπύλη του κορμιού σου. θέλω να ορμήξω πάνω σου. μα αντιστέκομαι σθεναρά στην επιθυμία μου αυτή. θέλω να παίξω μαζί σου. και να παίξεις και εσύ. γυρίζεις το κεφάλι σου και μου ρίχνεις ένα από αυτά τα φλογερά βλέμματά σου. κάθεσαι στην άκρη του κρεβατιού και αρχίζεις να γλιστράς απαλά πάνω στα σεντόνια. οι κινήσεις σου απαιτούν να πάω κοντά σου. σε πλησιάζω και αισθάνομαι το σώμα σου να καίει από πόθο. νιώθω μια φωτιά που με τραβάει και κολλάω πάνω σου. εσύ αντιστέκεσαι για λίγο αδύναμα. με διώχνεις. και ταυτόχρονα κολλάς τα χείλη σου στα δικά μου. αρχίζουμε και γλειφόμαστε. οι γλώσσες μας κουλουριάζονται σαν δυο φίδια. δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά. πεινασμένοι είμαστε από την καύλα που μας έχει κυριεύσει. σε γλείφω παντού. θέλω να σε ρουφήξω ολόκληρη. να γευτώ κάθε σημείο του κορμιού σου, κάθε γεύση του δέρματός σου. βρισκόμαστε χωρίς να το καταλάβουμε γυμνοί να παλεύουμε να επικρατήσουμε ο ένας στον άλλο. δεν υπάρχει γυρισμός. ρουφάω άπληστα τις μυρωδιές που αναδύεις. μυρίζεις υπέροχα, το ξέρεις. νιώθω το αίμα σου να κοχλάζει στις φλέβες σου και το σώμα σου να ριγεί με κάθε κίνηση της γλώσσας μου. με κρατάς σφιχτά κολλημένο πάνω σου. γλείφω τις ρώγες σου και τις αισθάνομαι να σκληραίνουν μέσα στο στόμα μου. έχουμε καυλώσει και οι δύο πολύ. το χέρι σου γλιστρά στον πούτσο μου. αναριγώ. με μια σου κίνηση με σπρώχνεις και γονατίζοντας τον βάζεις στο στόμα σου. το κάνεις τόσο τέλεια αυτό. ξέρεις πως έτσι μπορείς και με ακινητοποιείς. είμαι έρμαιό σου. τον ρουφάς με άπληστη ορμή. βρίσκω το κουράγιο και σε αρπάζω. έχουμε πάρει φωτιά. πιάνω τα χέρια σου και τα δένω στα κάγκελα του κρεβατιού. με τους καρπούς σου δεμένους δεν έχεις πολλά περιθώρια. οι αναστεναγμοί σου με καυλώνουν ακόμα περισσότερο. βουτάω τη γλώσσα μου στο μουνί σου. θέλω να πιω όλα τα υγρά σου. να χύσεις στο πρόσωπό μου. τα αγκομαχητά σου μου το επιβεβαιώνουν. είσαι έτοιμη. αφήνεσαι να μπω μέσα σου. δαγκώνεις τα χείλια σου. είσαι γαμάτη. θέλω να μπω όσο πιο βαθειά γίνεται. να σου προσφέρω τη μεγαλύτερη ηδονή. αυτό θέλω. να χύνεις συνέχεια. να σε γαμάω και να χύνεις. να γαμιόμαστε χωρίς αύριο. καταφέρνεις και ελευθερώνεις τα χέρια σου. με σφίγγεις πάνω σου. πυροτεχνήματα. παντού.

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

ΝΕΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ (ή όταν δεν έχεις μάθει να μιλάς τουλάχιστον γράψε)

σε ένα δωμάτιο κατακλυσμένο από καπνούς. άνοιξε την μπαλκονόπορτα να αεριστεί θα μου έλεγες και θα είχες δίκιο. θα την ανοίξω. μα κάτσε λίγο ακόμα. λιγάκι ε; να κοιταχτούμε κατευθείαν στα μάτια. μπορεί έτσι να κατορθώσουμε να γνωριστούμε καλύτερα. και αν όχι τότε να σου μιλήσω. όσο μπορώ. όσο έχω μάθει. έστω τόσο λίγο. και μπορεί έτσι να μάθω περισσότερο. όχι να μου δείξεις εσύ. να μάθω εγώ. γιατί θέλω να μάθω. και ας είμαι μεγάλος. και ας είμαι αδρανής. τώρα που το σκέφτομαι μάλλον αναβλητικός θα έλεγα (δεν ξέρω ποιο από τα δύο είναι χειρότερο). θα κάτσεις ε; λίγο ακόμα. να μου μιλάς για διάφορα και εγώ να προσπαθώ να γεμίσω τις παύσεις. να λέμε αυτά που μας καίνε. που μας πονάνε. μισό να στρίψω ένα τσιγάρο. αυτά έχουν σημασία. ουσία. και το γέλιο σου. ναι. ναι αυτό. μη φεύγεις ακόμα. και αν ξεγυμνώνω την αδυναμία μου κάποιες φορές εσύ πάρε τα ρούχα που πέταξα και βάλτα στην ντουλάπα. καθαρά είναι. θα πάω μόνος μου να τα φορέσω. γιατί ακόμα κάνει κρύο. και ας είναι άνοιξη. φεύγεις; εντάξει. καληνύχτα.



μουσική.

Τρίτη 16 Μαρτίου 2010

σκέφτομαι


























πως δεν έχω μάθει να σκέφτομαι

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010


θα τρώω σαλάτες γαρνιρισμένες με βαλσάμικο από φράουλα. θα ρουφάω καπνό αρωματισμένο με νότες υγρές. θα πίνω καφέδες που εκπέμπουν άπειρα σε θέλω και ποτά με γεύση αφρόλουτρο ροδάκινο. θα ακούω ιπτάμενα χαλιά σε ακουστικά γεμάτα μαρμελάδα βερύκοκο. θα μυρίζω καρδιοχτύπια έντασης που σπάει όλους τους σεισμογράφους. θα χαϊδεύω πολύχρωμα κομφετί. θα κοιτάζω ηλιοβασιλέματα στο χρώμα του κοραλένιου βυθού και θα αφουγκράζομαι ανατολές.









γιατί μπορώ.

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010

TELL ME WHY I LIKE SUNDAYS - the sequel


οι κυριακές δεν ξυπνάνε αργά. ούτε νωρίς. τις αρπάζει από το αυτί ο δυνατός αέρας και μυρηκάζουν χτεσινή τροφή. ποζάρουν μπροστά σε χαλασμένες κάμερες που αντικατοπτρίζουν άσπρα είδωλα και κυνηγάνε μακρινές μυρωδιές μέσα από πιξελαρισμένες καρδιές. προσπερνάνε αδιάφορα νότες και προσποιούνται πως όλα ευωδιάζουν αγριοκέρασα. είναι βιβλία πεταμένα στο πάτωμα πανω στην άσπρη φλοκάτη και λόγια που για μια ακόμη φορά δεν σημασιοδοτήθηκαν. κερνάνε ελπίδες με άδειο πορτοφόλι. μποϋκοτάζ είναι σε προϊόντα ισχνής κατανάλωσης. δεν παίζουν με τα σκυλιά στο δρόμο, δεν βουτάνε για να μαζέψουν αχινούς. περιπαίζουν ανθρώπους για να ξεχάσουν αυτά που πρέπει. και μαζεύουν πεσμένες γλάστρες. γιατί όλα πρέπει να είναι κανονικά.

οι κυριακές είναι εντελώς ψεύτικες μέρες.

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010


να κουλουριαστώ να γίνω μια μικρή πολύ μικρή τελεία ένα μικρό σκουπιδάκι ένα ίχνος σκόνης να κρυφτώ κάπου και να μη με νοιάζουν οι δυνατοί χτύποι της καρδιάς να μη μου τρυπάει το μυαλό η απέναντι όχθη που φαντάζει απύθμενα μακριά. ένα μικρό σκουπιδάκι να ήμουνα και με τη φαντασία μου να γινόμουνα διαμαντάκι να στόλιζα περίτεχνα έναν λαιμό ή να καθρέφτιζα τη γλύκα του κόσμου όλου. μπορώ να έχω άλλη μια αγκαλιά παρακαλώ; καθημερινές αναταράξεις με ένα καλώδιο και ένα φανταστικό τσίμπημα στο αριστερό αυτί. πρωινά με μεσημεριανό γεύμα για βράδυ. σκόνη ώρα μηδέν. αργότερα γέλια και αστεία και θυμός και στεναχώρια και λόγια γλυκά. που να βρίσκεται η άκρη του κόσμου; εκεί που μπορείς να κάτσεις με τα πόδια σου να κρέμονται στο άπειρο και δέκα δάχτυλα σφιχτά τυλιγμένα για να νιώθεις ζεστασιά; σε μια υποθαλάσσια σπηλιά να βγούμε να γαργαλάμε τις δαγκάνες των πορτοκαλοκοραλί καβουριών και ένας γέρος ιππόκαμπος να μας διηγείται ιστορίες. μα μια μέρα θα κάτσω κάτω από τη βροχή μέχρι να λιώσω. και ας μην είμαι από ζάχαρη.





ευχαριστώ για τους ήχους

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

ΜΟΝΟΛΟΓΚ

- γεια μου.
- μαύρα μάτια κάναμε να με δούμε.
- τι κάνω; καλά είμαι;
- καλά. για την ακρίβεια πολύ καλά. και όμορφα. και υπέροχα.
- σώπα. λεω και δεν το καταλάβαμε..
- και λίγο δύσκολα. αλλά όμορφα δύσκολα.
- και δε μου λέω;
- τι;
- γιατί χάθηκα τόσο καιρό;
- ε, εντάξει δεν χάθηκα ακριβώς. μπαίνω στα βλογ ψιλοβλέπω τι γίνεται.
- και τι να το κάνω αυτό; γιατί δεν απαντάω στα σχόλια;
- ξέρω γω; μάλλον δεν ήμουνα σε μουντ.
- ούτε και στα ποστ στων άλλων δηλαδή δεν μπορούσα να αφήσω καμιά εξυπνάδα; τόση απαξίωση πια;
- κάνω λάθος. δεν είναι απαξίωση. απλώς έτσι ήθελα. αυτό ήθελα αυτό έκανα. να παρακολουθώ σιωπηλά. παρών στην απουσία μου.
- και τώρα τι;
- τι τι;
- τι μου τα λέω αυτά;
- ξέρω γω;
- ............ (καλά....)
- ............
- ............
- να μου πω κάτι;
- τι να μου πω; θα αρχίσω πάλι την κλάψα;
- όχι. αλλά να. ήθελα να πω κάτι.
- άντε να το πω. με έπρηξα.
- ε να. είναι που όταν φεύγω το δεξί μου πόδι αρνείται να πατήσει το γκάζι. όταν φεύγει κάτι με σπρώχνει φωνάζοντας δίπλα στο αυτί μου ΠΗΓΑΙΝΕ! όταν φεύγω το κενό γεμίζει με τα πρέπει. όταν φεύγει κάτι με σπρώχνει φωνάζοντας δίπλα στο αυτί μου ΠΗΓΑΙΝΕ! όταν φεύγω βουλιάζω στην καθημερινότητα. όταν φεύγει κάτι με σπρώχνει φωνάζοντας δίπλα στο αυτί μου ΠΗΓΑΙΝΕ! όταν φεύγω ένα φλεγόμενο πεφταστέρι διαπερνά τα σωθικά μου. όταν φεύγει κάτι με σπρώχνει φωνάζοντας δίπλα στο αυτί μου ΠΗΓΑΙΝΕ! όταν φεύγω η ανάγκη για δημιουργικότητα υποσκελίζεται από την έλλειψη δύο γλυκών ματιών και μιας ζεστής αγκαλιάς. όταν φεύγει κάτι με σπρώχνει φωνάζοντας δίπλα στο αυτί μου ΠΗΓΑΙΝΕ! όταν φεύγω το μόνο που περιμένω είναι η επόμενη φορά που θα. όταν φεύγει κάτι με σπρώχνει φωνάζοντας δίπλα στο αυτί μου ΠΗΓΑΙΝΕ!
- μάλιστα...
- τι μάλιστα;
- ε τι να μου πω; εγώ το διάλεξα έτσι.
- ναι. έχω δίκιο. αλλά ξέρω κάτι;
- τι είναι πάλι;
- όταν φεύγω θυμάμαι την μέρα που δεν θα χρειάζεται να φεύγω πια. και τότε βγαίνει ο ήλιος και πέφτει ένα ζεστό χιόνι που με τυλίγει απαλά και ο αέρας μοσχοβολάει μπισκότα φρεσκοψημένα και ζεστό καπουτσίνο με κανέλα και τα αστέρια μου χαμογελάνε και κάνω μπάνιο σε μια θάλασσα με αφρόλουτρο που μυρίζει ροδάκινο και στη γλάστρα μου φυτρώνουν πολύχρωμα ζαχαρωτά και τα όνειρα μου χαϊδεύουν τα μαλλιά.

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

ΡΩ

μαζεύω τις επιθυμίες και τους πόθους μου και τα χωράω όλα σε ένα μαύρο κορδονάκι με μια χάντρα πάνω του. κουβαλάω μαζί μου μυρωδιά τριών ημερών την οποία το νερό - ευτυχώς - δεν κατάφερε να καλύψει. φωτεινές τελείες στα παράθυρα, χρωματιστοί άνθρωποι, κοιμούνται, ξυπνάνε, διαβάζουν για τις ζωές των άλλων. η ζωή μας. εδώ. τίποτα δεν έχει σημασία πια, μόνο το μακριά. μακριά. και ο έρωτας. λέξη με ρω. ρω. το πιο γλυκό γράμμα του κόσμου. συνοδεύεται απαραιτήτως από - τουλάχιστον - χαμόγελο και προφέρεται δυνατά. με τα ηχεία στο τέρμα. όχι αυτά της έντασης. αλλά της ψυχής. αυτά τα εσωτερικά που εκπέμπουν το κουράγιο του κόσμου όλου.





και το δειλινό που θα επακολουθήσει εκείνο το πρωί, καθώς θα πίνουμε μαργαρίτες πασπαλισμένες με νότες από νούφαρα και λέξεις από χρωματιστά φουλάρια, θα κοιταχτούμε στα μάτια. και θα ξέρουμε τότε, πως αυτή η υγρή πόλη είναι δική μας.

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010




θα διασχίζεις ένα πρωινό τον κόσμο
και θα 'ναι πιο όμορφα και από ένα όνειρο..





και τι είναι το όνειρο;


αν όχι κάτι άλλο από μια βαθύτερη προσδοκία.
από μια μυρωδιά που μένει ανεξίτηλη.
από ένα γέλιο που χαράζεται στη μνήμη.
από ένα βλέμμα που κάνει τους εφιάλτες να φαντάζουν ανέκδοτα.
από μια απόσταση πεντακοσίων τεσσάρων (504) χιλιομέτρων που εκμηδενίζεται.


αν όχι κάτι άλλο από την προσπάθεια για την γεύση όλων αυτών..

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2009

JUST FUCKING BREATHE

βροχερή επιστροφή στο σπίτι με βροχερές σκέψεις. η διάθεση φέρει τη φράση "απαιτείται φόρτιση του συσσωρευτή". σύννεφα (και) λόγω μπαταρίας. ένα ποτήρι γάλα και κακομοιριασμένα στριφτά με απομεινάρια καπνού. το μυαλό είναι σαν τα αποτυχημένα κινέζικα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια. εκεί που νομίζεις ότι λειτουργεί σωστά, ξαφνικά παίρνει φωτιά και άντε να σώσεις τις κουρτίνες και και το χαλί από τις φλόγες. άσε που μένει και η κάπνα να σου θυμίζει τα λεφτά που ξόδεψες τζάμπα.

η μηχανή προβολής δουλεύει στο φουλ και η μπομπίνα με άπειρες σκέψεις αποτυπωμένες πάνω της να γυρίζει με ιλλιγγιώδη ταχύτητα. ο εστιασμός σε κάθε μία ξεχωριστά αδύνατος. πρέπει να προβληθεί όλη η ταινία. μην ακούς όμως τους κριτικούς. είναι κακοί και παραμυθιάζουν αυτούς που χάνονται στα όνειρά τους.




περίπου εβδομηνταεφτάμιση (77,5) φορές στο ριπίτ. και δυο μελαγχολικά μάτια. σε μια αναζήτηση της άλλης πλευρά του χρωματιστού τόξου.

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

STORYTELLING

μια φορά και έναν καιρό ζούσε ένα βασιλόπουλο. ένα περίεργο βασιλόπουλο. εκκεντρικό, σαν βασιλόπουλο, θα το χαρακτήριζε κάποιος. καθόταν ψηλά πάνω από τον κόσμο, στην άκρη ενός χιονισμένου γκρεμού, σε έναν πύργο από χρωματιστές μπουρμπουλήθρες. ο γκρεμός αυτός βρισκόταν στην άκρη του ωκεανού και έτσι το βασιλόπουλο όλη τη μέρα μπορούσε να αγναντεύει τη θάλασσα. του άρεσε να κάθεται με τις ώρες και να παρακολουθεί τις διακυμάνσεις της διάθεσής της. και να ονειροπολεί. έπλαθε συνεχώς ιστορίες με τη φαντασία του. και έκανε όνειρα. γιατί πίστευε πραγματικά, ότι τα όνειρα πηγάζουν μέσα από τη δημιουργικότητα και κρύβουν τις πιο κρυφές μας ανάγκες.

το βασιλόπουλο, είχε όλα τα υλικά αγαθά που επιθυμεί ένας άνθρωπος. έτρωγε τα πιο ωραία φαγητά, έπινε τα πιο καλά κρασιά, κάπνιζε τις πιο φίνες ποικιλίες καπνού, φορούσε τα πιο όμορφα ρούχα. τα είχε όλα αυτά, άλλα ήταν εντελώς μόνο.

τα πάντα γύρω του, οι αυλικοί, οι υπηρέτες, οι καμαριέρες, τα άλογα, τα σκυλιά, οι γάτες, ακόμα και τα λουλούδια και τα δέντρα ήταν είδωλα σε έναν καθρέφτη. και αυτό γιατί το βασιλόπουλο είχε έναν μαγικό καθρέφτη. αυτός ήταν μεγάλος, στρογγυλός και κατασκευασμένος από καθαρό ασήμι. κάθε νύχτα τον έστελνε στον κόσμο να περιπλανιέται πάνω από τις πόλεις και χωριά, από βουνά και θάλασσες. και οι άνθρωποι που τον βλέπανε να περνάει αναφωνούσανε: να, το φεγγάρι.

ο καθρέφτης αυτός ήταν, όπως είπαμε, μαγικός. και ως εκ τούτου, είχε μια μαγική ιδιότητα. μάζευε είδωλα. έτσι, κάθε φορά που γύριζε πίσω, έφερνε μπροστά στο βασιλόπουλο όλα τα είδωλα που είχε μαζέψει. το βασιλόπουλο διάλεγε αυτά που του άρεσαν και τα υπόλοιπα τα έριχνε στο ποτάμι του οποίου οι πηγές ξεκινούσαν δίπλα από τον πύργο του. τα είδωλα αυτά, ελευθερωμένα πια, κυλούσαν ήρεμα μέσω του ποταμού και στα υπόλοιπα νερά και έφταναν πίσω στους ιδιοκτήτες τους. από τότε είναι γνωστό ότι όταν κάποιος κοιτάξει πάνω από νερό, αντικρύζει το είδωλό του.

ο καθρέφτης είχε και μια άλλη μαγική ιδιότητα. όποιος αντίκρυζε μέσα σε αυτόν το είδωλό του γινόταν θνητός. έτσι το βασιλόπουλο δεν είχε κοιτάξει ποτέ μέσα στον καθρέφτη, γιατί - δεν ξέρω αν σας το είπα - ήταν αθάνατο.

παρόλα αυτά, ένα σύννεφο πλανιόταν συνεχώς μέσα στα μάτια του βασιλόπουλου. και αυτό γιατί κάτι του έλειπε. δεν ήξερε τι, αλλά ένιωθε ένα κενό κάπου ανάμεσα στους πνεύμονες και το διάφραγμα. και το παιχνίδι με τα είδωλά του δεν του το κάλυπτε.

μια μέρα, ο καθρέφτης του έφερε, μέσα στα υπόλοιπα, και ένα είδωλο που τον γέμισε με περίεργα και αλλόκοτα συναισθήματα. ήταν το είδωλο μιας νέας βασιλοπούλας. και μόλις την αντίκρυσε, τον έπιασε μια ακατανόητη ανάγκη να πάει να την βρει. μην ξέροντας όμως τι να κάνει και που να πάει, μιας και δεν ήξερε τίποτα για αυτήν, αποφάσισε να κοιταχτεί μέσα στον μαγικό του καθρέφτη. με αυτον τον τρόπο, σκέφτηκε, ο καθρέφτης θα μεταφέρει το είδωλό του στον κόσμο. και ίσως να περάσει και πάνω από τον τόπο της βασιλοπούλας. και μπορεί εκείνη την ώρα, αυτή να κοιτάξει ψηλά προς τον ουρανό, να δει το είδωλό του και να πάει να τον βρει ακολουθώντας τον καθρέφτη στο δρόμο της επιστροφής. αυτά σκέφτηκε το βασιλόπουλο και το αποφάσισε. έτσι όμως έγινε θνητό. και περίμενε.

η βασιλοπούλα, τώρα, ζούσε πολύ πολύ μακριά. σε μια χώρα που την λέγανε: η Χώρα του Χτές. ήταν πολύ αγαπητή σε όλους τους κατοίκους. την θαυμάζανε και για έναν ιδιαίτερο λόγο. ήταν τόσο όμορφη που ο αέρας γύρω της έλαμπε. και όλοι ήταν περήφανοι που είχαν μια τέτοια βασιλοπούλα. εκείνη όμως τη βασάνιζε μια σκέψη. ένιωθε και αυτή, όπως και το βασιλόπουλο, ότι κάτι έλειπε. και τα μάτια της, παρόλη την ομορφιά της, ήταν συνέχεια μελαγχολικά.

όπως είπαμε όλοι την θαύμαζαν. όλοι εκτός από τη μητριά της - που στις φλέβες της δεν κυλούσε κόκκινο αίμα αλλά πράσινο και ψυχρό - που τη ζήλευε αφόρητα και τη μισούσε θανάσιμα. δεν μπορούσε όμως να κάνει κάτι για αυτό, αφού η βασιλοπούλα ήταν τόσο αγαπητή. και έτσι περίμενε να της δοθεί μια ευκαιρία για να της κάνει κακό. άρχισε λοπιόν να παρατηρεί τις συνήθειές της και δεν άργησε να βρει την ευκαιρία. παρατήρησε ότι η βασιλοπούλα κοιτούσε συνεχώς τον ουρανό τα βράδια. έτσι έπεισε τον βασιλιά και της έδωσε να φάει μια σοκολάτα που μέσα της είχε ρίξει ένα μαγικό βοτάνι. μόλις έφαγε τη σοκολατα, της ψυθίρισε ένα ξόρκι που την έκανε να μη θέλει να κοιτάει πια τον ουρανό. και την έβαλε να υποσχεθεί ότι αν το κάνει θα ξεχάσει ποια είναι και θα γίνει φτωχή και άγνωστη. έτσι η βασιλοπούλα ξέχασε αυτή την αγαπημένη της συνήθεια και σιγά σιγά γινόταν δυστυχισμένη.

το βασιλόπουλο, εν τω μεταξύ, κουράστηκε να περιμένει. και μια νύχτα πήρε την απόφαση να πάει να αναζητήσει την όμορφη βασιλοπούλα. ελευθέρωσε όλα τα είδωλα που του είχε φέρει ο καθρέφτης και ξεκίνησε το μεγάλο του ταξίδι. πέρασε όλα τα χιονισμένα βουνά, επισκεφτηκε όλες τις πολιτείες και όλα τα χωριά. στο τέλος, έφτασε και στη Χώρα του Χτες. εκεί, αποκαμωμένο και με κουρελιασμένα ρούχα, σταμάτησε να ξαποστάσει.

εκείνη τη νύχτα, η βασιλοπούλα καθόταν στη βεράντα της. τότε μια πεταλούδα από κάποια μέρη μακρινά έφτασε πετώντας και στάθηκε στον ώμο της. η βασιλοπούλα δεν είχε δει άλλη φορά τέτοιο πλάσμα και χάρηκε. στάθηκε να την παρατηρήσει. όμως η πεταλούδα πέταξε πάλι ψηλά προς τον ουρανό. η βασιλοπούλα τότε ανέβασε τα μάτια της ψηλά. και εκεί στον ουρανό είδε τον μεγάλο ασημένιο μαγικό καθρέφτη. και μέσα σε αυτόν είδε το είδωλο του βασιλόπουλου. και τότε όλα ξανάρθανε στη μνήμη της και κατάλαβε ότι η μητριά της την είχε κοροϊδέψει. εκείνη τότε θύμωσε και της είπε ότι δεν κράτησε το λόγο της και τώρα πρέπει να γίνει φτωχή και άγνωστη και να φύγει από το παλάτι. με τα μακριά νύχια της, την άρπαξε από το στήθος και της έδεσε κόμπο την καρδιά. και τότε η βασιλοπούλα έγινε φτωχιά, έφυγε από τον πύργο και άρχισε να περιπλανιέται στη Χώρα του Χτες χωρίς κανείς να την αναγνωρίζει πια. το μόνο πράγμα που πήρε μαζί της ήταν η εικόνα του βασιλόπουλου μέσα απόν καθρέφτη.

το βασιλόπουλο περιπλανιώταν και αυτό στη Χώρα του Χτες. και μια γλυκιά νύχτα κάθισε σε ένα πεζούλι να ξεκουραστεί. ήταν το ίδιο πεζούλι που λίγα μέτρα πιο εκεί καθόταν και η βασιλοπούλα. όμως κανείς από τους δυο δεν θυμόταν τον άλλο. παρόλα αυτά πιάσαν την κουβέντα και λέγαν ο ένας στον άλλο τα βάσανά τους. σε κάποια στιγμή, η βασιλοπούλα έβγαλε από τον κόρφο της την, ξεθωριασμένη πια, εικόνα του βασιλόπουλου και την κοιτούσε. και τότε το βασιλόπουλο την είδε και αναγνάρισε το είδωλό του που το είχε στείλει με τον μαγικό καθρέφτη στον κόσμο. και κοιτώντας καλά τη βασιλοπούλα, αναγνώρισε στο πρόσωπό της αυτήν για την οποία είχε ξεκινήσει το μεγάλο ταξίδι. έτσι, κάθισε και της είπε όλη την ιστορία. όμως η βασιλοπούλα δεν καταλάβαινε τίποτα. αυτός ο κόμπος στην καρδιά που της είχε κάνει η μητριά της, την εμπόδιζε να δει την αλήθεια. τότε το βασιλόπουλο με μια απαλή κίνηση έβαλε το χέρι του στο στήθος της και της έλυσε τον κόμπο. και τότε η βασιλοπούλα τα θυμήθηκε όλα. πιαστήκαν αγκαλιά και φύγανε.




- και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα;
- μμμ, όχι ακριβώς. ζήσαμε εμείς καλά. και όσο για το βασιλόπουλο και τη βασιλοπούλα, κανείς δεν ξέρει τι απογίνανε. ένα είναι το σίγουρο. ότι δεν πεθάνανε.
- γιατί;
- γιατί ο μαγικός καθρέφτης είχε και μια άλλη μαγική ιδιότητα. όταν κοιτάζονταν δυο άνθρωποι μαζί μέσα του, γίνονταν και οι δυο αθάνατοι. και αυτό κάνανε εκείνοι.



(η ιδέα είναι από το βιβλίο του Μιχαελ Εντε "Η Μομο". εγώ απλώς άλλαξα λίγο την ιστορία)