DAYS OF DARKNESS

Μουζικα

Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2010


το βάδισμά της κοριτσίστικο, τα χέρια να κινούνται αέρινα, τα μαλλιά πιασμένα ψηλά και να ανεμίζουν οι άκρες, οι κινήσεις όλο χάρη, ο καπνός να εκπνέεται με χαμόγελο, το σώμα να στροβιλίζεται με οδηγό τη μουσική διατάζοντας το βλέμμα να ακολουθεί την κάθε κίνησή του, δεν μπορείς παρά να υπακούσεις.




βιολάκι γαμημένο..

(που λέει και μια ψυχή)

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010



τις ώρες της αϋπνίας




συνήθως πάω για ύπνο.





Σάββατο 28 Αυγούστου 2010

το παιδάκι που παίζει σαξόφωνο επιμένει ακόμα, εδώ και ενάμιση μήνα, να διαγράφεται πάνω στο φεγγάρι.



περίεργο..



δεν κουράστηκε να παίζει;



(βλαμμένο..)

Κυριακή 22 Αυγούστου 2010


το τέλος του καλοκαιριού είναι αυτό το συναίσθημα που σου δημιουργείται όταν έχεις αγοράσει χύμα παγωτό χωνάκι και εκεί που περπατάς και το απολαμβάνεις αργά, κάτι γίνεται, κάποιος πέφτει επάνω σου ή σκοντάφτεις, με αποτέλεσμα οι μπάλες του παγωτού να βρεθούν στο έδαφος και εσύ με το σκέτο χωνάκι στο χέρι. αυτή η αισθηση του "δεν πρόλαβα γαμώτο!!". βέβαια, παγωτό μπορείς να ξαναπάρεις (αν έχεις φράγκα). άλλο καλοκαίρι όμως δεν μπορείς (ακόμα και αν έχεις φράγκα). ήδη την έχει κάνει για άλλα μέρη πιο ζεστά. έχουν περάσει μερικά χρόνια από τότε που κάποιο καλοκαίρι άφησε τα σημάδια του πάνω μου. έκτοτε μόνο προσδοκίες, όνειρα και θολές υποσχέσεις τις ζεστές νύχτες. και ένας κλόουν που θέλει να μάθει περίτεχνα ακροβατικά και προσπαθεί, ταλαιπωρώντας ένα χαλασμένο ακορντεόν και φορώντας αστείες γκριμάτσες, να κρατήσει το κοινό που φεύγει στη θέση του. ο ήλιος πια δεν ενοχλεί τις γρύλιες τα απογεύματα και ο ανεμιστήρας κρυφοκοιτάει με προσμονή το κουτί του. δεν ξέρω πια αν κάποια πράγματα μπορούν να αλλάξουν ή αν θέλουν να αλλάξουν. ξέρω όμως σίγουρα πως τα κυριακάτικα χειμωνιάτικα σουρουπώματα (ωραία λέξη) τα όνειρα θα εξακολουθούν να πετάνε πάνω από το κεφάλι, να γαντζώνονται στους τοίχους, να εκτελούν μακροβούτια στα ποτήρια τα γεμάτα με κόκκινο κρασί, να κάνουν άλματα μέσα από τα δαχτυλίδια καπνού, να κρύβονται μέσα στα μαλλιά και να τρυπώνουν μέσα στα ρούχα αφήνοντας ίχνη πάνω στο δέρμα. σημάδι ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει. ή ίσως και ότι τίποτα δεν είναι όπως ήταν.

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010


οι καλοκαιρινές αϋπνίες μοιάζουν με μια ταραντέλλα. ξεσπούν ξαφνικά και απροειδοποίητα. ιδρώνουν και ωθούν χέρια και πόδια σε νευρικές, απότομες κινήσεις. μιλάνε γρήγορα και ακατάπαυστα μια γλώσσα ακατανόητη, ίσα που προλαβαίνεις να αρπάξεις μια λέξη στον αέρα να τη σφηνώσεις σε μια χαραμάδα του κρανίου μήπως και την καταφέρεις να σου πει ένα παραμύθι, μια ιστορία από αυτές που (δεν) σου λέγανε όταν ήσουν μικρό παιδί να σε νανουρίσει γλυκά. σε τραβάνε από το μανίκι να χορέψεις στο ρυθμό τους, να εκστασιαστείς στην παραζάλη τους. και στο τέλος σε αφήνουν πάνω στην πίστα, μισό, ανολοκλήρωτο να ζητάς κι άλλο.

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

ELEGY FOR THE UNKNOWN GIRL


πειράζει;

τη μυρωδιά αποζητώ αυτή που στέλνει ακαριαία ένα τσίμπημα στο αριστερό μέρος του στήθους και βουρκώνουν οι πόροι του δέρματος. ένα άγγιγμα να εκτοξευτεί το μυαλό σε εκβολές ποταμών που ευωδιάζουν αγριοκέρασα καθώς το νερό συναντά με ορμή το ανοιχτό πέλαγος των αισθήσεων. το χάδι που επαναλαμβάνεται από επιθυμία και όχι από κανονικές διεργασίες διεκπεραίωσης απλών σχέσεων. να ουρλιάζουν τα χέρια και να τοξεύουν τα μάτια.

πειράζει;

κίτρινη η ανάσα που δεν συμπίπτει και βρώμικη. καθολική η ανυπαρξία του μοναχικού τσιγάρου βεβιασμένα στριμωγμένου ανάμεσα σε νότες που ηχούν για ένα μόνο ζευγάρι αυτιών.

πειράζει;

η γεύση της μπύρας μου να σμίξει με τη δική σου σε ένα χαρμάνι πλούσιο σε γευστικούς υδρατμούς. να τρελλαίνεται το μυαλό και το διάφραγμα να εκτελεί ελεύθερη πτώση σε μια άβυσσο ανεξέλεγκτη. να γαληνεύει η ολότητα κουλουριασμένη στη φωλιά αυτή που λες και δημιουργήθηκε από χέρι κάποιου θεού από αυτούς που υπάρχουν για να πιστεύουμε εμείς οι κυνικοί. και σε μια καμάρα να βυθίζονται νωχελικά οι αισθήσεις γιατί η άκρη του κόσμου δεν βρίσκεται εκεί που μας μάθανε.

πειράζει;

που επιμένω να ονειρεύομαι άσπρες φάλαινες και τσιγγάνικα καραβάνια, απύθμενους βυθούς και απέθαντα σουπερνόβα, κοράλια να φυτρώνουν στα μπαλκόνια και πεταλούδες να ακτινοβολούν στα μάτια;

πειράζει που σε θέλω; και ας μη σε γνώρισα. και ας μη με κράτησες αγκαλιά. και ας μη μπλεχτήκαν τα μαλλιά μας στο καλοκαιρινό αεράκι. και ας μη σε συνάντησα καν.

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010


ένα καράβι.

ναι αυτό. είμαι ένα καράβι. ιστιοφόρο.

πάνω σε εμένα βρίσκουν καταφύγιο αυτοί που δεν υπάρχουν. αυτοί που ψάχνουνε συνεχώς για άσπρες φάλαινες και πειρατές φαντάσματα. αυτοί που τα βράδια μιλάνε με τα αστέρια και τα κερνάνε ρούμι αιώνων αλιευμένο από κουφάρια ναυαγίων. αυτοί που το χάραμα τους βρίσκει στο κατάστρωμα αποκαμωμένους από τα νυχτερινά τους ταξίδια, φοβισμένους στη θέα των χρωμάτων της ανατολής. αυτοί που κάθε πρωί αντικρύζουν τα δίχτυα τους άδεια όπως τα ρίξανε, χωρίς ούτε καν μια τρύπα, ένα σκίσιμο. αυτοί που επιμένουν στις επιθυμίες τους. στα κατάρτια μου ξαποστένουν πουλιά θαλασσινά που αρνήθηκαν τη μετανάστευση και απόμειναν μόνα να ατενίζουν τον ορίζοντα νοσταλγικά. στο αμπάρι μου κοιμούνται σκλάβοι που δεν επαναστάτησαν και κάθε μέρα φροντίζουν και περιποιούνται τα κουπιά. το μαστίγιο κρέμεται φρεσκοπλυμένο περιμένοντας.

είμαι ένα καράβι. ιστιοφόρο. αρνούμαι πεισματικά να σηκώσω την σκουριασμένη μου άγκυρα από το λασπωμένο βυθό του λιμανιού. όχι ακόμα. όχι πριν μαζέψω το κατάλληλο πλήρωμα. όχι πριν φυσήξει ο κατάλληλος άνεμος. θα περιμένω. μπορώ να περιμένω.

Σάββατο 31 Ιουλίου 2010

5:47 πμ.

τέτοιες ώρες νιώθω πολύ ευάλωτος. όταν χαράζει.

δεν πειράζει όμως. αυτές οι μέρες με δωδεκανησιακή θάλασσα και ήλιο και αλάτι 12 ημερών πάνω στο δέρμα και ώρες ενατένισης του νυχτερινού ουρανού ξαπλωμένος στην αιώρα με τα αγριοκούνελα να κόβουν βόλτες ανέμελα και τα τζιτζίκια να κάνουν βουτιές στα μπουκάλια μπύρας, ήταν καταλυτικές (ελπίζω).

στόχος τα θέλω.

ήρθε η ώρα. βουτάω και κουνάω τα πτερύγιά μου αποφασιστικά. δεν υπάρχουν πετονιές με αγκίστρια και δίχτυα να κλείνουν τις εξόδους ασφυκτικά. ένα κοχύλι αλιευμένο από το βυθό για συντροφιά.

6:00 πμ.

είμαι καλά.

επέστρεψα...

Τρίτη 22 Ιουνίου 2010




gone fishing




no posts for a while (....?)

Δευτέρα 14 Ιουνίου 2010

Τετάρτη 9 Ιουνίου 2010


να γίνω μικρός

πολύ μικρός

ένα τόσο δα σποράκι

να κρυφτώ μέσα στο χώμα

βαθιά

μέσα στο σκοτάδι

να κλείσω τα μάτια μου

να μη νιώθω τίποτα

ησυχία

ηρεμία

ακινησία και αναμονή

να περάσουν από πάνω μου οι εποχές

να μη μου αφήσουν σημάδια

ορατά

και μια εποχή

μια υποτιθέμενη άνοιξη

που δεν θα είναι απαραίτητα άνοιξη

όταν ωριμάσω

να αναδυθώ

και να αντικρύσω τον ήλιο

κατάματα

να αναμετρηθώ μαζί του

σώμα με σώμα

γιατί θα μπορώ

Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

-ΑΝΤΑ (and still teen.. how sad..)




δεν κατάλαβα πως βρέθηκα εκεί. δεν θυμάμαι να ανέβηκα σε κάποιο μεταφορικό μέσο. δεν πέρασα κάποιο τσεκ ιν, δεν έκανα ρόουντ τρίπινγκ, δεν έχω ανάμνηση από τοπία να τρέχουν έξω από το παράθυρό μου και να πίνω φτηνό καφέ στο μέσο της αμαξοστοιχίας, και εννοείται πως δεν κολύμπησα τόση απόσταση. το σίγουρο είναι πως βρισκόμουνα εκεί. είχε χιόνι. είχε έναν ουρανό παράξενο. είχε όμορφα σπιτάκια με κεραμίδια. είχε όμορφα τρένα. τις ελάχιστες ώρες που δεν ήταν νύχτα κοιμόμουν. παντού επικρατούσε ένα ημίφως γοητευτικότατο. είδα το βόρειο σέλας σε όλο το μεγαλείο του. ήπια καφέ δίπλα σε ένα ποτάμι παρακολουθώντας τον σαγηνευτικό χορό των νιφάδων. όταν νύχτωνε - θεωρητικά, γιατί πρακτικά το ηλιοβασίλεμα άρχιζε από το πρωί - τα φώτα της μικρής πόλης παίζανε εκπληκτικά με τις σκιές των λιγοστών ανθρώπων πάνω στο άσπρο χώμα και ένα τεράστιο ρολόι δίπλα σε έναν ακόμα πιο τεράστιο χάρτη ταξιδεύανε το μυαλό σε μακρινές διαστάσεις. όλα εκεί ήταν φιλόξενα για κάποιον ακαθόριστο λόγο. τα γυμνά από φύλλωσιά αλλά γεμάτα με μπουμπούκια έτοιμα να ξεπεταχτούν δέντρα, η παρέα των αντρών που τραγουδούσε δίπλα στη σόμπα, οι άδειοι μα ζεστοί δρόμοι, το γεφύρι στο μονοπάτι, τα ξύλια παγκάκια στην αλάνα, η φίλη μου με τα μαλλιά της να προβάλουν ακανόνιστα κάτω από την τραγιάσκα στο κεφάλι της. θέλησα να μείνω εκεί για πάντα.



και μετά ο πρωινός ήλιος να μπερδεύεται με τα σύννεφα. και ένα κενό στο στομάχι να φωνάζει πως μια νέα δεκαετία αρχίζει. και ύστερα λέξεις αφιερωμένες, να θυμίζουν πως κάποιοι αγαπάνε τους ανθρώπους για αυτό που είναι.

σε ευχαριστώ γλυκιά ύπαρξη για τα όμορφα λόγια..

"Τον γνώρισα ένα βράδυ καθώς κοίταξα αρκετά ψηλότερα απο την ευθεία των δικών μου ματιών. Παρατήρησα ένα ντροπαλό χαμόγελο και δύο καλοσυνάτα μάτια. Κάθισα μαζί του αρκετές ώρες. Αρκετός καιρός για να γίνει ένας απο τους ανθρώπους που αγαπώ πολύ. Μιλήσαμε για λίγα πράγματα. Μία άλλη φορά βρεθήκαμε σε ένα πεζούλι ενώ έβρεχε. Καπνίσαμε παρέα και μιλήσαμε για αυτά που μας πονούν. Ακόμα μία φορά βρεθήκαμε να περπατάμε δίπλα δίπλα μην λέγοντας κάτι σοβαρό. Απλά γελούσαμε. Είναι ωραίο να βλέπεις τα χέρια του να ανεβοκατεβαίνουν στις χορδές τις κιθάρας. Έχει και ωραία μακριά μαλλιά. Θέλει να γυρίσει όλο τον κόσμο. Αγαπάει το θέατρο και κάτι περίεργα χρωματιστά ρούχα. Στρίβει το τσιγάρο με μεγάλη προσοχή. Μπορεί να γίνει ο αγαπημένος φίλος όλων όσων ξέρω. Αν ήταν εποχή θα ήταν φθινόπωρο, αν ήταν ημέρα θα ήταν Πέμπτη και αν ήταν ώρα θα ήταν επτά το απόγευμα. Γελάει σαν παιδί και δεν ξέρει τι θα κάνει αύριο ή μετά. Αρκείται στο τώρα και αυτό του το αναγνωρίζω ως μέγα προτέρημα. Ξέρει τι θα πει αγάπη άνευ όρων και έχει δώσει πολλά για αυτή. Σέβεται την ελευθερία και την ευτυχία των άλλων. Είναι άνθρωπος καλός με όλη τη σημασία της λέξης. Είμαι τυχερή που τον γνωρίζω και ας βρισκόμαστε λίγο και αραιά. Αγαπιόμαστε όμως. Έχουμε ανταλλάξει κομμάτια και στρατόπεδα. Στον πιό γλυκό άνθρωπο που ξέρω. Που σήμερα κλείνει τα τριάντα. Που τον θυμάμαι να σιγοτραγουδάει αυτό και εγώ με τη σειρά μου του το αφιερώνω."

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

εσύ και εγώ. μόνοι στο δωμάτιο με το ημίφως να παίζει περίεργα παιχνίδια. το βλέμμα σου θολό και απαιτητικό ταυτόχρονα. στέκομαι στην πόρτα και σε παρατηρώ. μου γυρνάς την πλάτη και προχωράς μερικά βήματα. το περπάτημά σου κολασμένο. φοράς ένα απαλό νυχτικό που αφήνει να διαγράφεται κάθε πτυχή και καμπύλη του κορμιού σου. θέλω να ορμήξω πάνω σου. μα αντιστέκομαι σθεναρά στην επιθυμία μου αυτή. θέλω να παίξω μαζί σου. και να παίξεις και εσύ. γυρίζεις το κεφάλι σου και μου ρίχνεις ένα από αυτά τα φλογερά βλέμματά σου. κάθεσαι στην άκρη του κρεβατιού και αρχίζεις να γλιστράς απαλά πάνω στα σεντόνια. οι κινήσεις σου απαιτούν να πάω κοντά σου. σε πλησιάζω και αισθάνομαι το σώμα σου να καίει από πόθο. νιώθω μια φωτιά που με τραβάει και κολλάω πάνω σου. εσύ αντιστέκεσαι για λίγο αδύναμα. με διώχνεις. και ταυτόχρονα κολλάς τα χείλη σου στα δικά μου. αρχίζουμε και γλειφόμαστε. οι γλώσσες μας κουλουριάζονται σαν δυο φίδια. δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά. πεινασμένοι είμαστε από την καύλα που μας έχει κυριεύσει. σε γλείφω παντού. θέλω να σε ρουφήξω ολόκληρη. να γευτώ κάθε σημείο του κορμιού σου, κάθε γεύση του δέρματός σου. βρισκόμαστε χωρίς να το καταλάβουμε γυμνοί να παλεύουμε να επικρατήσουμε ο ένας στον άλλο. δεν υπάρχει γυρισμός. ρουφάω άπληστα τις μυρωδιές που αναδύεις. μυρίζεις υπέροχα, το ξέρεις. νιώθω το αίμα σου να κοχλάζει στις φλέβες σου και το σώμα σου να ριγεί με κάθε κίνηση της γλώσσας μου. με κρατάς σφιχτά κολλημένο πάνω σου. γλείφω τις ρώγες σου και τις αισθάνομαι να σκληραίνουν μέσα στο στόμα μου. έχουμε καυλώσει και οι δύο πολύ. το χέρι σου γλιστρά στον πούτσο μου. αναριγώ. με μια σου κίνηση με σπρώχνεις και γονατίζοντας τον βάζεις στο στόμα σου. το κάνεις τόσο τέλεια αυτό. ξέρεις πως έτσι μπορείς και με ακινητοποιείς. είμαι έρμαιό σου. τον ρουφάς με άπληστη ορμή. βρίσκω το κουράγιο και σε αρπάζω. έχουμε πάρει φωτιά. πιάνω τα χέρια σου και τα δένω στα κάγκελα του κρεβατιού. με τους καρπούς σου δεμένους δεν έχεις πολλά περιθώρια. οι αναστεναγμοί σου με καυλώνουν ακόμα περισσότερο. βουτάω τη γλώσσα μου στο μουνί σου. θέλω να πιω όλα τα υγρά σου. να χύσεις στο πρόσωπό μου. τα αγκομαχητά σου μου το επιβεβαιώνουν. είσαι έτοιμη. αφήνεσαι να μπω μέσα σου. δαγκώνεις τα χείλια σου. είσαι γαμάτη. θέλω να μπω όσο πιο βαθειά γίνεται. να σου προσφέρω τη μεγαλύτερη ηδονή. αυτό θέλω. να χύνεις συνέχεια. να σε γαμάω και να χύνεις. να γαμιόμαστε χωρίς αύριο. καταφέρνεις και ελευθερώνεις τα χέρια σου. με σφίγγεις πάνω σου. πυροτεχνήματα. παντού.

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

ΝΕΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ (ή όταν δεν έχεις μάθει να μιλάς τουλάχιστον γράψε)

σε ένα δωμάτιο κατακλυσμένο από καπνούς. άνοιξε την μπαλκονόπορτα να αεριστεί θα μου έλεγες και θα είχες δίκιο. θα την ανοίξω. μα κάτσε λίγο ακόμα. λιγάκι ε; να κοιταχτούμε κατευθείαν στα μάτια. μπορεί έτσι να κατορθώσουμε να γνωριστούμε καλύτερα. και αν όχι τότε να σου μιλήσω. όσο μπορώ. όσο έχω μάθει. έστω τόσο λίγο. και μπορεί έτσι να μάθω περισσότερο. όχι να μου δείξεις εσύ. να μάθω εγώ. γιατί θέλω να μάθω. και ας είμαι μεγάλος. και ας είμαι αδρανής. τώρα που το σκέφτομαι μάλλον αναβλητικός θα έλεγα (δεν ξέρω ποιο από τα δύο είναι χειρότερο). θα κάτσεις ε; λίγο ακόμα. να μου μιλάς για διάφορα και εγώ να προσπαθώ να γεμίσω τις παύσεις. να λέμε αυτά που μας καίνε. που μας πονάνε. μισό να στρίψω ένα τσιγάρο. αυτά έχουν σημασία. ουσία. και το γέλιο σου. ναι. ναι αυτό. μη φεύγεις ακόμα. και αν ξεγυμνώνω την αδυναμία μου κάποιες φορές εσύ πάρε τα ρούχα που πέταξα και βάλτα στην ντουλάπα. καθαρά είναι. θα πάω μόνος μου να τα φορέσω. γιατί ακόμα κάνει κρύο. και ας είναι άνοιξη. φεύγεις; εντάξει. καληνύχτα.



μουσική.

Τρίτη 16 Μαρτίου 2010

σκέφτομαι


























πως δεν έχω μάθει να σκέφτομαι