
ένα καράβι.
ναι αυτό. είμαι ένα καράβι. ιστιοφόρο.
πάνω σε εμένα βρίσκουν καταφύγιο αυτοί που δεν υπάρχουν. αυτοί που ψάχνουνε συνεχώς για άσπρες φάλαινες και πειρατές φαντάσματα. αυτοί που τα βράδια μιλάνε με τα αστέρια και τα κερνάνε ρούμι αιώνων αλιευμένο από κουφάρια ναυαγίων. αυτοί που το χάραμα τους βρίσκει στο κατάστρωμα αποκαμωμένους από τα νυχτερινά τους ταξίδια, φοβισμένους στη θέα των χρωμάτων της ανατολής. αυτοί που κάθε πρωί αντικρύζουν τα δίχτυα τους άδεια όπως τα ρίξανε, χωρίς ούτε καν μια τρύπα, ένα σκίσιμο. αυτοί που επιμένουν στις επιθυμίες τους. στα κατάρτια μου ξαποστένουν πουλιά θαλασσινά που αρνήθηκαν τη μετανάστευση και απόμειναν μόνα να ατενίζουν τον ορίζοντα νοσταλγικά. στο αμπάρι μου κοιμούνται σκλάβοι που δεν επαναστάτησαν και κάθε μέρα φροντίζουν και περιποιούνται τα κουπιά. το μαστίγιο κρέμεται φρεσκοπλυμένο περιμένοντας.
είμαι ένα καράβι. ιστιοφόρο. αρνούμαι πεισματικά να σηκώσω την σκουριασμένη μου άγκυρα από το λασπωμένο βυθό του λιμανιού. όχι ακόμα. όχι πριν μαζέψω το κατάλληλο πλήρωμα. όχι πριν φυσήξει ο κατάλληλος άνεμος. θα περιμένω. μπορώ να περιμένω.









